Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Respect.

Χρυσαφί Nissan Micra, με ένα μεγάλο κόκκινο «Ν» στο πίσω τζάμι, ανεβαίνει την Κηφισίας με ταχύτητα που το προσπερνούν κι οι πεζοί.

Σταματάει στο φανάρι και ο οδηγός του διπλανού αυτοκινήτου αρχίζει να φωνάζει και να χειρονομεί.

Κατεβαίνει το τζάμι του Micra και η οδηγός, γύρω στα 45, με μωβ ταγέρ και κοντό μαλλί βαμμένο κόκκινο, του λέει ψύχραιμα, παραπονιάρικα κι ηδυπαθώς: «Δεν είδατε το νι μου;»


ΥΓ Κάτι άκουσα ότι η αντίστοιχη Σαλονικά θα έλεγε "Έχω πίσω μου Ν". Εξ ίσου καλό, αν και του λείπει το νάζι...

Δ

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Κα, πακά, παέ.

Σήμερα το πρωί δολοφονήθηκε στα Πατήσια ο αστυνομικός Υπαρχιφύλακας Αντώνιος-Νεκτάριος Σάββας της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, φρουρός προστατευόμενου μάρτυρα της δίκης του ΕΛΑ. Ήταν 41 ετών και πατέρας ενός ανήλικου κοριτσιού.

Στο σχόλιο του Γραφείου Τύπου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, αναφέρονται τα εξής:
«Ο ελληνικός λαός πρέπει να προβληματιστεί για το ποιοι ωφελούνται από αυτές τις ενέργειες και ποιοι τις αξιοποιούν για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή των προαποφασισμένων στην ΕΕ και σε άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, τρομοκρατικών νόμων και την ισχυροποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών, που στρέφονται κατά των λαϊκών δικαιωμάτων και του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Η λαϊκή επαγρύπνηση και η κλιμάκωση της πάλης κατά της αντιλαϊκής πολιτικής και των πολύμορφων μηχανισμών που την υπηρετούν είναι η καλύτερη απάντηση σε κάθε είδους και μορφή προβοκάτσιας και αντιλαϊκών σχεδιασμών.
Το ΚΚΕ εκφράζει τα συλλυπητήριά του στην οικογένεια του νεκρού αστυνομικού.»

Προφανώς το ΚΚΕ, κάνοντας σαφώς και ρητώς λόγο για προβοκάτσια, γνωρίζει τη συνωμοσία που κρύβεται πίσω από την δολοφονία του Σάββα δήθεν από τρομοκράτες και την εμπλοκή σε αυτήν της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων. Εξ ίσου προφανώς, την πληροφορία αυτή τα υπόλοιπα κόμματα είτε δεν τη γνωρίζουν είτε την αποκρύπτουν. Και ειδικά η Νέα Δημοκρατία, ως κυβέρνηση που διοικεί την αστυνομία και την ΕΥΠ, πάλι προφανώς, αποκρύπτει εσκεμμένα την αλήθεια προκειμένου, σε συνεργασία με τα υπόλοιπα αντιδραστικά κόμματα, να εξυπηρετήσει τους αντιλαϊκούς της σχεδιασμούς και να ισχυροποιήσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς που στρέφονται κατά του εργατικού κινήματος. Η κυβέρνηση, η όποια κυβέρνηση, με λίγα λόγια, είναι πίσω από τη δολοφονία.

Το ΚΚΕ εν προκειμένω και δη στο όνομα του εργατικού κινήματος, ουδόλως ασχολείται με το ότι ο Σάββας ήταν ένας χαμηλόβαθμος, μισθωτός εργαζόμενος, που σκοτώθηκε εν ώρα υπηρεσίας. Και, χωρίς να καταδικάσει ρητά το συμβάν, αρκείται στα συλλυπητήρια στην οικογένειά του, φράση που ηχεί αφόρητα πλαστικά και ειρωνικά στο τέλος της ανακοίνωσης, προερχόμενη από συντάκτες που ουδεμία θλίψη, είμαι σίγουρος, νιώθουν. Δεν ξέρω αν έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο αποκτήνωσης που μέσα τους έλεγαν «Ας πρόσεχε», σίγουρα πάντως νιώθουν την ανάγκη να αναφέρουν στο κείμενο 6 φορές τη λέξη «λαός» και τα παράγωγά της, για να υπενθυμίσουν ότι στο όνομα αυτού μιλούν, αυτόν θέλουν να εκπροσωπούν, αυτόν θέλουν να προστατεύσουν. Και θεωρώντας δεδομένο ότι το λαοπρόβλητο ΚΚΕ ουδεμία ανάγκη έχει να επιβεβαιώσει το λαϊκό του έρεισμα, θα απορρίψω την εξήγηση της εγγενούς πλέον, αυτοματοποιημένης και μηχανιστικής διάθεσης καπελώματος και θα θεωρήσω την επανάληψη αυτή ως απλή ένδειξη της ένδειας λόγου και της λεξιπενίας που τους κατατρύχει, ως γνήσια τέκνα του αστικού εκπαιδευτικού συστήματος, που καθοδηγεί τις πλατιές λαϊκές μάζες του μαθητικού κινήματος στους ευρωμονόδρομους της πλουτοκρατίας και των μονοπωλίων κι ό,τι άλλο κάτσει.

Τέλος, μια και περί του λαού ο λόγος, ας δούμε τι είπε κι ο «ΛΑΟΣ»:
«Την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας από τη ΝΔ έχουμε περισσότερες και συχνότερες δολοφονίες αστυνομικών από κάθε άλλη περίοδο. Η επιδεικνυόμενη ανοχή συνιστά συνέργεια και ηθική αυτουργία.»

Το ΚΚΕ και ο ΛΑΟΣ έχουν ελάχιστα κοινά στην πολιτική τους ιδεολογία. Στις πολιτικές τους, όμως, τοποθετήσεις και ειδικά ως προς το βάθος των πολιτικών τους αναλύσεων συχνά ταυτίζονται πλήρως, ολοκληρωτικώς και αρκούντως εξευτελιστικώς.


Δ

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Τάμα

Έχοντας τάξει σε μια e-φίλη ότι θα έγραφα μια ιστορία σχετικά με τη Θεσσαλονίκη, έψαχνα μια αφορμή να το κάνω, ώστε να μη χρειαστεί να την παραθέσω ξερή κι αυτούσια. Την αφορμή αυτή βρήκα στο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου "Άστρο του πρωινού", όπως το ηχογράφησε ο Ν. Παπάζογλου σε τζαζ εκδοχή, με μπόλικες μπαγκέτες-βούρτσες στα ντραμς, με πεταχτά ακουστικά ακόρντα και με μια-δυο μπύρες παραπάνω. Κατά τα λοιπά, ίδια πως κατεβαίνουνε και τραγουδούνε διαόλοι, που λέει κι ένας ρεθυμνιώτης με μεγάλη κοιλιά...

Ιστορία λοιπόν 1η:
Θεσσαλονίκη, χειμώνας του 1994. Καταχρώμενος τη φιλοξενία του φίλου μου και μετέπειτα κουμπάρου μου (και προσεχώς συντέκνου), είχαμε πάει μαζί με άλλους και άλλες στο σπίτι του Μανόλη Π., κάπου στις 40 εκκλησιές, όπου από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 3 το πρωί παίζαμε μουσική και τραγουδούσαμε. Ρεμπέτικα, λαϊκά, ροκιές κι ό,τι άλλο ξέραμε, με μπουζούκι, κιθάρα, πιάνο κι ό,τι άλλο είχαμε. Περισσότερο διαμορφώναμε το πρόγραμμα εμείς που παίζαμε τα όργανα, οι υπόλοιποι ήταν περισσότερο ακροατές και ανέχονταν το ψώνιο μας. Κατά τις 3 λοιπόν αποφασίσαμε να κατεβούμε μέχρι την Εγνατία με τα πόδια. Χαλαρά, 19 χρονών κοπέλια ήμασταν, τι κι αν έριχνε ψιλόβροχο. Θυμάμαι να αφήνουμε πίσω μας τα κάστρα, να κατεβαίνουμε χαχανίζοντας τους έρημους δρόμους κρατώντας τις βαλίτσες με τα όργανα και να σχολιάζουμε κάτι Γραφεία Τελετών "ο Μπαμπούλας" που είχαμε συναντήσει. Φτάνοντας μια-δυο παραλλήλους πριν την Εγνατία πέφτουμε πάνω σε μια παρέα πιωμένων, που μας είδαν να κρατάμε όργανα και αρχίζουν να μας παρακαλούν να πάμε κάπου όλοι μαζί να τους παίξουμε τραγούδια. Εμείς, με τα δάχτυλα ακόμα πιασμένα από την 5ωρία που είχε προηγηθεί, αρνηθήκαμε ευγενικά, αλλά μάλλον δεν είμασταν και πολύ πειστικοί. Μια κοπέλα από την παρέα τους τότε, τη θυμάμαι γύρω στα 35, να φοράει ένα κόκκινο φόρεμα, πέφτει στα γόνατα πάνω στο πεζοδρόμιο μπροστά στο Μανόλη Π. και αρχίζει να του τραγουδά το "Σ' αγαπώ γιατί είσ' ωραία". Φωνάρα η κοπέλα, κοιταχτήκαμε με το Μανόλη και λέμε "Δεν πάει στο διάολο, πάμε...". Μαζευόμαστε λοιπόν όλοι μαζί σε κάτι παγκάκια πίσω από τη Ροτόντα, ξαναρχίσαμε να παίζουμε, η παρέα των πιωμένων έφερε μερικά μπουκάλια ουίσκι, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι χόρευαν. Μετά από λίγο μαζεύτηκαν κι άλλοι ξενύχτηδες που περνούσαν από εκεί, εμείς όποιον βλέπαμε ούτως ή άλλως τον προσκαλούσαμε και η παρέα τελικά έγινε μεγάλη. Δεν ξέρω πόση ώρα περάσαμε έτσι, μπορεί 1-2 ώρες. Βλέπουμε τότε το μπροστινό μέρος ενός άσπρου αυτοκινήτου να σταματάει πίσω από κάτι δέντρα. "Πάω να τους πω να έρθουν", λέει ένας από μας, αλλά πριν προλάβει να σηκωθεί, βλέπουμε ότι η πόρτα του οδηγού ήταν χρώματος μπλε. Άνοιξε και βγήκαν απο μέσα δύο αστυνομικοί, που, αυστηρά-αυστηρά, μας είπαν ότι ενοχλούμε τους ενοίκους των διπλανών πολυκατοικιών και ότι έπρεπε να το διαλύσουμε. Όπερ και εγένετο, αυθωρεί και παραχρήμα.

Ιστορία 2η:
Κομοτηνή, φθινόπωρο του 1995. Επιστρέφαμε με το Θανάση Π. από τη Μαρώνεια με ένα Suzuki RV50. Με το ίδιο μηχανάκι είχαμε κάνει μερικές μέρες πριν μια μετακόμιση, κουβαλώντας σε ένα δρομολόγιο 3 βαλίτσες κι ένα ακκορντεόν -μας έβλεπαν από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών και μας χειροκροτούσαν, όποιος δεν ξέρει τι εστί Suzuki RV50, ας ρίξει μια ματιά εδώ. Γυρνούσαμε λοιπόν από τη Μαρώνεια περίπου 1 η ώρα το βράδυ, άδειοι δρόμοι, ξαστεριά, δροσιά, μου λέει ο Θανάσης ότι ο κινητήρας είχε υπερθερμανθεί ξανά κι ότι έπρεπε να κάνουμε το ν-οστό κατά σειρά ημίωρο διάλειμμα. Αφήνουμε τον Κίτσο στην άκρη του δρόμου (έτσι είχε βαφτίσει ο Θανάσης το RV) και μπαίνουμε σε ένα χωράφι με σιτάρι. Ξαπλώνουμε κάτω ανάσκελα, ανάβουμε δυο πούρα King Edwards και, μες στην ησυχία της νύχτας και μακρυά από τα φώτα της πόλης, χαζεύουμε τα άστρα και το γαλαξία.

Ιστορία 3η:
Κομοτηνή, χειμώνας του 1996. Πάλι με το Θανάση Π., αποφασίζουμε ένα μεσημέρι να πάμε στα χιόνια, κάπου στη Ροδόπη. Φοράμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, βάζουμε και κράνη (τα είχαμε για εξαιρετικές περιπτώσεις), καβαλάμε ένα Kawasaki Max 100 και ανεβαίνουμε τη Ροδόπη, φτάνοντας όπου έφταναν και τα αυτοκίνητα χωρίς αλυσίδες. Κάτσαμε όσο κάτσαμε, από ενα σημείο και μετά βαρεθήκαμε. Το χιόνι, όμως, εν τω μεταξύ εξακολουθούσε να πέφτει, στα χωραφια ήταν πάνω από 50 πόντους και στους δρόμους είχε γίνει πάγος. Αποφασίσαμε, λοιπόν, ότι, μια και νύχτωνε, έπρεπε κάποι στιγμή να γυρίσουμε. Μόνο μέχρι να ανέβουμε στο Max 100, προτού δηλαδή να βάλουμε μπροστά και να αρχίσουμε το πατινάζ, είχαμε πέσει 2-3 φορές. Με τα πολλά ανεβαίνουμε κι αρχίζουμε την τσουλήθρα. Ζήτημα να πηγαίναμε 4-5 μέτρα, πέφταμε και όπου μας έβγαζε ο πάγος. Άλλες φορές σταματούσαμε στην άσφαλτο, άλλες φορές στα χωράφια. Φορούσαμε τόσο πολλά ρούχα που δεν πονούσαμε καν, περισσότερο μας ένοιαζε μην πάθει τίποτα το μηχανάκι. Δεν πήραμε καμία στροφή, σε όλες φεύγαμε στην ευθεία. Με τα πολλά φτάσαμε στο στεγνό, μπήκαμε στην Κομοτηνή και πήγαμε σε δύο φίλες μας για τσάι. Μείναμε μέχρι το πρωί και, μετά από μερικά χρόνια, τη μία από αυτές την παντρεύτηκα.

Αυτά.
Κι όποιος δεν κατάλαβε τη σύνδεση με το "Άστρο του Πρωινού", δεν έχει ακούσει το "Άστρο του Πρωινού". Ας ακούσει, επομένως, το "Άστρο του Πρωινού".


Δ

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Ορυχεία 2

Το 1976 στην περιοχή της Serra Pelada (Φαλακρό Βουνό) της Βραζιλίας, ένας γεωλόγος επιβεβαίωσε ότι αυτό που είχε βρει ο αγρότης Genesio Ferreira da Silva στο ποτάμι κάνοντας μπάνιο το παιδί του, ήταν χρυσός.
Περίπου 20.000 άνθρωποι κρατώντας αξίνες και φτυάρια γέμισαν το φαλακρό βουνό μέσα στις επόμενες 5 εβδομάδες, ανακαλύπτοντας ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα χρυσού στον κόσμο.
Η κυβέρνηση της Βραζιλίας κρατικοποίησε τα δικαιώματα εξόρυξης, πληρώνοντας τους χρυσωρύχους με ποσοστά επί της παραγωγής τους. Καθένας από αυτούς είχε δικαίωμα να σκάβει έκταση 6
τ.μ. απεριόριστα προς τα κάτω. Σε μερικά χρόνια ο αριθμός των χρυσορύχων έφτασε τις 30.000 και η ετήσια εξόρυξη χρυσού ανερχόταν περίπου στους 2,5 τόνους.
Πριν από μερικούς μήνες η ομοσπονδιακή αστυνομία της Βραζιλίας προσπάθησε να εφαρμόσει στην περιοχή νόμους απαγόρευσης του ποτού, του τζόγου και της πορνείας. Έγινε ονομαστική καταγραφή των χ
ρυσωρύχων, θεσπίστηκε ελάχιστο ημερομίσθιο $18, παρασχέθηκε ιατρική φροντίδα και μεταλλειολόγοι κρατικών οργανισμών παρείχαν συμβουλές στους χρυσωρύχους προκειμένου να λαμβάνουν προφυλάξεις ασφαλείας και να μεγιστοποιήσουν την παραγωγή.
Μέχρι σήμερα η ετήσια εξόρυξη χρυστού στη Serra Pelada παραμένει σχεδόν αμείωτη.

Στην περιοχή έχει χτιστεί μια μικρή πόλη, όπου δεκάδες χιλιάδων ανήλικα κορίτσια πουλάνε το κορμί τους για λίγη χρυσόσκονη και 70 περίπου φόνοι παραμένουν ανεξιχνίαστοι κάθε μήνα.
Οι φωτογραφία είναι του σπουδαίου Βραζιλιά
νου φωτορεπόρτερ Sebastião Salgado.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

... παντέρμη ξενιτιά !

Σύντεκνοι...αν και μεγαλώσαμε στον Άγιο Νικόλαο, τελικά καταλήξαμε ο κάθε ένας σε διαφορετικό τόπο. Ο σύντεκνος Γ στην συννεφοσκέπαστη Αγγλία (όταν δεν έχει ομίχλη βρέχει όπως αναφέρουν οι Υδέρζιος και Γοσκίνιος), ο σύντεκνος Δ σε μια πόλη κοντά στον Πειραιά (δεν θέλω σχόλια), και εγώ (ο σύντεκνος Μ) στον Χάνδακα. Οικονομικοί μετανάστες λοιπόν και οι τρεις καταλήξαμε να αναζητούμε στοιχεία που να μας θυμίζουν την "χαμένη πατρίδα" (υπερβολή!, το ξέρω ...).

Δεν ξέρω εάν φταίει το γεγονός ότι είμαι συναισθηματικά δεμένος με την πόλη αυτή αλλά όταν βρίσκομαι στην αγαπημένη μου καφετέρια (στη Δωδώνη) δίπλα στη Λίμνη ξεχνιέμαι και ηρεμώ. Που αλλού μπορείτε να φανταστείτε τους εαυτούς σας και να νιώθετε έτσι; Πουθενά αλλού παρα στην καρδιά της Κρήτης ή ιν δε χέρτμπιτ οφ κρίτ για να το πούμε και στα ελληνικά!

Για να έχω μερικές εικόνες μόνιμα μαζί μου, έχω προσπαθήσει να τραβήξω μερικές φωτογραφίες από τα πιο ωραία σημεία της πόλης. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που μου αρέσει να κάνω είναι να συνθέτω πανοραμικές φωτογραφίες, πολλές διαδοχικές, δηλαδή, αλληλοκαλυπτόμενες φωτογραφίες που συνθέτοντάς τις να προκύπτει μια, η οποία να φαίνεται σαν να είναι τραβηγμένη με έναν υπερ-ευρυγώνιο φακό. Εξειδικεύοντάς το ακόμα περισσότερο, δημιουργώ αρχεία τα οποία μπορούν και παίζουν στο www ή με κάποιον παίχτη (player) όπως είναι ο quicktime player της Apple και που σου επιτρέπουν την περιήγηση μέσα στην φωτογραφία, δίνοντάς σου την εντύπωση ότι βρίσκεσαι μέσα στην φωτογραφία. Δυο προγράμματα που χρησιμοποιώ για αυτή την δουλειά και που σας συνιστώ να δοκιμάσετε είναι το ptgui και το serif panorama plus.

Παρακάτω σας παρουσιάζω τα αποτέλεσμα από δυο τέτοιες προσπάθειες. Περιηγηθείτε ελεύθερα μέσα στην φωτογραφία (αρκεί να έχετε εγκατεστημένο τον quicktime codec, με τα shift/control κάνετε zoom in/zoom out)














Ορυχεία 1

O John Rockefeller ο νεότερος γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1874 στη Νέα Υόρκη, πέμπτο παιδί του δισεκατομμυριούχου John Rockefeller του πρεσβύτερου. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Brown και το 1897 ανέλαβε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων Standard Oil και JP Morgan US Steel, που είχε ιδρύσει ο πατέρας του. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης, χρηματοδότησε την κατασκευή ενός τεράστιου συγκροτήματος 14 κτιρίων στο κέντρο του Μανχάταν, γνωστού σήμερα ως Rockefeller Center. Παράλληλα συμμετείχε και επέκτεινε τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες της οικογένειάς του, δαπανώντας για το σκοπό αυτό περισσότερα των $500.000.000. Πέθανε το Μάιο του 1960, ετών 86.

Μια από τις εταιρείες της οικογένειας Rockefeller ήταν η Colorado Fuel and Iron, η οποία εκμεταλλευόταν, μεταξύ άλλω
ν, ορυχεία στην περιοχή Ludlow του Colorado, όπου απασχολούσε περίπου 13.000 ανθρακωρύχους. Αυτοί έμεναν με τις οικογένειές τους σε σπίτια που ανήκαν στην εταιρεία, ψώνιζαν με κουπόνια της εταιρείας από καταστήματα που ανήκαν στην εταιρεία, πήγαιναν σε γιατρούς της εταιρείας και φυλάσσονταν από φρουρούς της εταιρείας.

Το Σεπτέμβρ
ιο του 1913, με την παρότρυνση της Ένωσης Ανθρακωρύχων Αμερικής, ξεκίνησαν απεργία με διάφορα αιτήματα, μεταξύ των οποίων να αναγνωριστεί το συνδικαλιστικό τους σωματείο και να εφαρμοστούν οι νόμοι της Πολιτείας του Colorado όσον αφορά τις συνθήκες και τα ωράρια εργασίας. Η εταιρεία αντέδρασε με εξώσεις των απεργών από τα σπίτια τους και προσλαμβάνοντας απεργοσπάστες, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Έξι μήνες μετά, την 20 Απριλίο
υ 1914, ένοπλοι εθνοφρουροί της Πολιτείας της Κολοράντο εισέβαλλαν στον καταυλισμό των απεργών. Πάνω από 45 άνθρωποι σκοτώθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και πολλών παιδιών. Ακολούθησαν γενικευμένες συγκρούσεις μεταξύ εργατών και εθνοφρουρών στην Πολιτεία του Colorado, με πολύ περισσότερους νεκρούς και εκατοντάδες συλλήψεις. Το συμβάν έμεινε στην ιστορία ως "Η Σφαγή του Ludlow" (The Ludlow Massacre). O John Rockefeller ο νεότερος κλήθηκε από την Επιτροπή Εργασιακών Σχέσεων για παροχή εξηγήσεων σχετικά με τη συμμετοχή της εταιρείας του στη Σφαγή του Ludlow, αρνούμενος κάθε ανάμειξη. Αργότερα παραδέχθηκε πως είχε πει ψέματα.

Μεταξύ
των νεκρών στο Ludlow ήταν ένας από τους υποκινητές της απεργίας, o Έλληνας μετανάστης Louis Tikas, ετών 30, ο οποίος σήμερα θεωρείται ως ένας από τους πρωτεργάτες του συνδικαλιστικού κινήματος στις ΗΠΑ. Την κηδεία του παρακολούθησαν χιλιάδες εργατών. Ήδη σε απεργίες που είχαν προηγηθεί σε άλλα ορυχεία, ο Tikas είχε αναδειχθεί σε ηγετική μορφή των οργανωμένων ανθρακωρύχων. Είχε εργαστεί ως καφετζής στο Ντένβερ και ως απεργοσπάστης απεργιών ανθρακωρύχων. Είχε έρθει στη Νέα Υόρκη το 1906 σε ηλικία 20 ετών, είχε γεννηθεί το Μάρτιο του 1886 στα Λουτρά Ρεθύμνου και το όνομά του ήταν Ηλίας Σπαντιδάκης.

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2009

Κλασική Φυσική vs Κβαντική Φυσική

Ο σκακιστής παίζει σκάκι για να επιδείξει την ευφυΐα του, για την οποία είναι υπερήφανος.
Ο ταβλαδόρος παίζει τάβλι για να επιδείξει την κωλοφαρδία του, για την οποία είναι υπερήφανος.

Ο σκακιστής δεν θεωρεί τον παράγοντα της τύχης αντάξιο της προσωπικότητάς του.
Ο ταβλαδόρος εμπιστεύεται την κωλοφαρδία του και σέβεται την κωλοφαρδία του συμπαίκτη του.

Ο σκακιστής έχει μελετήσει παρτίδες, έχει μάθει άμυνες και ανοίγματα, λύνει ασκήσεις και έχει διαβάσει βιβλία.
Ο ταβλαδόρος ό,τι ξέρει, το ξέρει εκ πείρας και μάλιστα πικράς.

Ο σκακιστής κερδίζει και απολαμβάνει την παγκόσμια αναγνώριση.
Ο ταβλαδόρος κερδίζει και απολαμβάνει τα υβριστικά, χλευαστικά και ζηλόφθονα σχόλια των φίλων του.

Ο σκακιστής χάνει και παθαίνει κατάθλιψη.
Ο ταβλαδόρος χάνει και υβρίζει και χλευάζει ζηλόφθονα τους φίλους του.

Ο ταβλαδόρος δεν μπορεί να κερδίσει τον σκακιστή στο σκάκι.
Ο σκακιστής νομίζει ότι μπορεί να κερδίσει τον ταβλαδόρο στο τάβλι.

Ο σκακιστής νομίζει ότι επειδή είναι σκακιστής, είναι και κάποιος.
Ο ταβλαδόρος γνωρίζει ότι ο σκακιστής νομίζει ότι επειδή είναι σκακιστής, είναι και κάποιος.

Ο ταβλαδόρος θα ξεχάσει τι έφερε επειδή του τράβηξε την προσοχή ένας ωραίος κώλος που περνούσε από δίπλα.
Ο σκακιστής ουδέποτε θα διανοηθεί ότι η βασίλισσα μπορεί να έχει ωραίο κώλο.

Τρίτη, 2 Ιουνίου 2009

Θα βρεθεί

Γιατί κάποια τραγούδια μας αρέσουν;
Κι αναφέρομαι σε αυτά που, ανεξαρτήτως αυτών που τυχαίνει να απευθύνονται στο προσωπικό μας αισθητήριο, υπάρχουν και αυτά που αρέσουν σε όλους, ή εν πάσει περιπτώσει στους περισσότερους από μας. Γιατί; Ποιο είναι αυτό το κοινό μας κριτήριο; Τι είναι αυτό που μας υπενθυμίζει πόσο κοντά, πόσο μαζί είμαστε; Αυτό που, όσο λανθάνον κι αν είναι, τη στιγμή του ακούσματος του τραγουδιού αναδύεται, γίνεται κυρίαρχο και μας ενώνει και μετά, όταν το τραγούδι ξεχνιέται, το ίδιο εύκολα αποσύρεται, ναρκώνεται και μας αφήνει στην απομόνωση;
Το κριτήριο για τους κοινούς φόβους, τα κοινά πάθη ή ακόμη και το κοινό χιούμορ είναι μάλλον ευκολότερα ανιχνεύσιμο και εξηγήσιμο. Και πάντως απλούστερο, καθώς μια από τις συνιστώσες του, πέρα από τα κοινά βιώματα και τις κοινές προσλαμβάνουσες, μπορεί να είναι αυτό που λέμε "ένστικτο" ή "αντανακλαστικό" ή "φύση".

Η φύση, όμως, ελάχιστα σχετίζεται με τη δημιουργία ενός τραγουδιού. Ίσως ενυπάρχει στη γενεσιουργό της αιτία, στην ανάγκη δηλαδή του ανθρώπου να εκφραστεί και να επικοινωνήσει, αλλά ως εκεί. Οι στίχοι και η μουσική, ως πρωταρχικά υλικά, είναι ανθρώπινα εργαλεία, όπως άλλωστε και ο συνδυασμός τους, δηλαδή το λεγόμενο "ντύσιμο", καθώς και αυτό που ονομάζουμε "ερμηνεία" ή "απόδοση". Έχουμε επομένως ένα ανθρώπινο κατασκεύασμα, ένα έργο τέχνης που καταφέρνει να απευθυνθεί και να ξεσηκώσει τα συναισθήματα εκείνα που εδράζονται στην κοινή μας καταγωγή, το κοινό μας παρόν, την κοινή μας πορεία και, το πιο σπουδαίο, τη γνώση της κοινής μας μοίρας. Δεν υπάρχει άλλη μορφή τέχνης που να το πετυχαίνει κάτι τέτοιο σε αυτό το βαθμό και σ' αυτήν την έκταση και το βάθος, παρά μόνο περιστασιακά.
Η τέχνη του τραγουδοποιού έγκειται στο να ντύσει σωστά το σωστό στίχο με τη σωστή μουσική και να το αποδώσει σωστά. Κι εδώ η έννοια του "σωστού" δεν είναι υποκειμενική, παρ' ότι προέρχεται από ανθρώπους που ως καλλιτέχνες εκφράζουν την υποκειμενική τους φύση και ανάγκη, είναι αντικειμενική, ή σωστότερα μετατρέπεται εκ του αποτελέσματος σε αντικειμενική. Όπως όλες, βέβαια, οι μορφές τέχνης, που ορίζονται από την ικανότητα των δειγμάτων τους να εκφράζουν τους αποδέκτες τους και όχι μόνο το δημιουργό τους.

Ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω, σκέφτηκα ότι ίσως θα πρέπει να τονιστεί λίγο παραπάνω ο παράγοντας της ερμηνείας. Φοβάμαι πως πολλά καλά τραγούδια δεν είχαν την αναγνώριση που θα τους άξιζε, επειδή τα τραγούδησαν οι ακατάλληλοι άνθρωποι. Υποθετικό είναι αυτό, δεν αναφέρομαι σε κάποιο συγκεκριμένα.

Μπορώ όμως να δώσω ένα-δυο παραδείγματα κακής και καλής ερμηνείας. Π.χ. αυτή του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο «Κράτησα τη ζωή μου», σε στίχους Γ. Σεφέρη και μουσική Μ. Θεοδωράκη, είναι νομίζω κακή. Μπορεί η πολυπαινεμένη αυτή «δωρικότητα» του Μπιθικώτση να αναδεικνύει ιδανικά τους ποιητικούς στίχους των μελοποιήσεων του Θεοδωράκη, αλλά εδώ απέτυχε. Άλλο «δωρικότητα», άλλο αδιαφορία. Ίσως παίζει ρόλο και το tempo της ηχογράφησης, που είναι κάπως γρήγορο και δεν δένει με το ρυθμό του στίχου. Όχι ότι δεν έχει και καλά σημεία, αλλά, ευτυχώς, υπάρχει και η ερμηνεία της Μαργαρίτας Ζορμπαλά. Έχει μια τραγικότητα η φωνή αυτής της κοπέλας που ταιριάζει ιδανικά με τη μελαγχολία και την απολογιστική διάθεση του τραγουδιού. Το τραγούδι το είχα ακούσει από τον Μπιθικώτση και το ξέχασα. Το άκουσα από τη Ζορμπαλά και με συγκλόνισε.

Περσινά ξινά σταφύλια φυσικά, αλλά εγώ τώρα το ανακάλυψα, τώρα το λέω. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Καλοί ερμηνευτές βέβαια υπήρχαν και υπάρχουν πολλοί, διάσημοι και άγνωστοι. Από την παρέα μας μέχρι τις δεύτερες φωνές στα μπουζούκια. Από τη Ρίτα Σακελλαρίου και το Βασίλη Καρρά, μέχρι το Θηβαίο και την Αρλέτα. Όπως και αγιάτρευτα κακοί, από το Χατζηγιάννη και τη Βίσση, μέχρι τον Τερζή και το Ρέμο.

Εν πάσει περιπτώσει, καταλήγω στο τραγούδι που μ’ έκανε να σκεφτώ τα παραπάνω τετριμμένα και επ’ αφορμή του οποίου είδα πως πέραν των πιθανών τραγουδιών που δεν ξέρουμε επειδή ουδείς τα ερμήνευσε σωστά, υπάρχουν και αυτά που τα ξέρουμε, αν και ουδείς τα ερμήνευσε σωστά. Έτσι και το «Βοσκαρουδάκι αμούστακο», του μεγάλου Κώστα Μουντάκη, που το ξανάκουσα πρόσφατα από το Γιάννη Χαρούλη. Υπέροχο! Βρήκα και παλιές εκτελέσεις, βρήκα κι από ζωντανές ηχογραφήσεις, αλλά πιστεύω πως μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί άξιος ερμηνευτής, συμπεριλαμβανομένου του Μουντάκη. Εννοείται πως πρέπει να ’ναι Κρητικός, εννοείται πως πρέπει να ’ναι κι αορίτης και πρέπει να ’ναι και μια ολιά κουζουλός. Δύσκολο, αλλά μια και στην Κρήτη από κουζουλούς γεμάτος ο τόπος, μπορεί και να βρεθεί μια μέρα.

Δ