Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Από το ΟΧΙ στο ΝΑΙ

O προβληματισμός περί της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πέραν των όποιων επί της ουσίας συζητήσεων και διαφωνιών, παρουσιάζει και μία επιπλέον ενδιαφέρουσα πλευρά: αυτή των όρων με τους οποίους καθορίζεται η εξωτερική πολιτική και οι εξωτερικές σχέσεις μιας χώρας.

Κατ' αρχάς είναι αδύνατο να διαχωριστεί η γέννηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το όραμα και τη θέληση των κρατών-μελών, αν όχι για ξεκάθαρη πολιτική ένωση με ομοσπονδιακή μορφή, τουλάχιστον για τη στενότερη δυνατή σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων, οικονομικών, νομικών και θεσμικών. Και η έννοια, εν προκειμένω, του οράματος, δεν μπορεί παρά να περικλείει και να υποθάλπει την πίστη, συναισθηματική και λογική, στη δυνατότητα και στους καρπούς συνεργασίας μεταξύ των κρατών και των ανθρώπων, στο κοινό πολιτισμικό τους μέλλον, στην παράκαμψη των διαφωνιών τους και στην από κοινού ανοικοδόμηση μιας νέας πολιτικής οντότητας αρχικά και, μακροπρόθεσμα, στο γύρισμα του τροχού της ιστορίας προς την ίδρυση και την εδραίωση μιας καθολικής κοινότητας.

Όλο αυτό, είτε συμφωνεί κανείς μαζί του και το επιδιώκει, είτε το παρακολουθεί, είτε το μάχεται, διαπνέεται από αγώνες, από κόπους, από αμφισβητήσεις και συγκρούσεις, από ήττες και νίκες, όπου πάντα νομίζω κρίσιμο ρόλο έχει το όραμα και η προσδοκία της ευημερίας. Και αν προσπαθήσει κανείς να το απομονώσει κανείς από κάθε λογής συναισθηματισμούς, καλοπροαίρετους ή όχι και βάσιμους ή όχι, οφείλει να αναγνωρίσει ότι μόνο το οικονομικό συμφέρον δεν χτίζει κοινωνίες, μονάχα εφήμερα κέρδη αποδίδει. Όσο κι αν καταπατάμε το όραμα καθημερινά, όσο κι αν το υποβαθμίζουμε, όσο κι αν επιδιώκουμε να το ξεπεράσουμε στο όνομα του όποιου ρεαλισμού, αυτό είναι που τελικά διαχωρίζει και καθορίζει τα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα και κινήματα.

Εν προκειμένω η ΕΕ, σε σχέση (και σύγκριση) με προηγούμενες ή υφιστάμενες πολιτικές ενώσεις, όπως το ΗΒ, η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ, έχει ένα ιδιαίτερα σημαντικό και μοναδικό χαρακτηριστικό: στη γέννησή της, στην ιστορική της πορεία, στη διεύρυνσή της, στα επιτεύγματά της, απουσιάζει η βία. Η ίδια της η ύπαρξη και συνέχεια βασίζεται στη διάθεση των μελών της και φροντίζει να τη συντηρεί με βαθιές πολιτειακές τομές, με άμεσα και απτά οικονομικά ανταλλάγματα και κίνητρα, με την εξάπλωση ενός κοινού νομικού χώρου και πολιτισμού, με την προσπάθεια για την ενίσχυση της δημοκρατίας και της αντιπροσωπευτικότητας σε κάθε επίπεδο εξουσίας και τελικά με την εμπέδωση της συνείδησης του πολίτη της Ένωσης και την εξ αρχής θεσμική ισότητά του με τον αντίστοιχο όλων των άλλων κρατών-μελών. Στο όραμα, δηλαδή, της ΕΕ, πρωταγωνιστικό ρόλο για την επιδίωξη της ευημερίας παίζει η πολιτική και η οικονομία, υπό τους όρους, βέβαια, της Δυτικής Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

Επί του προκειμένου, λοιπόν, δεν νομίζω ότι αργεί να διαπιστώσει κανείς ότι αυτό που ονομάζουμε "Ευρωπαϊκό Πολιτισμό", δυσκολεύεται να συνυπάρξει με τη σημερινή πολιτισμική πραγματικότητα της Τουρκίας. Και, φυσικά, δεν τίθεται θέμα αποδοχής ή σεβασμού της διαφορετικότητας: Η Τουρκία οφείλει να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα και όχι η ΕΕ να κάνει εκπτώσεις (διότι περί εκπτώσεων πρόκειται), όπως αντιστοίχως προσαρμόστηκε η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ισπανία. Δεν θεωρώ δηλαδή πολιτικά περισσότερο ορθό να θεωρητικολογήσει κανείς υπέρ της άκαρπης πολυπολιτισμικότητας, εθελοτυφλώντας στους πραγματικούς και προσδιορίσιμους δείκτες και παράγοντες ευημερίας των κοινωνιών. Η σύγκριση και η αξιολόγηση των πολιτισμών είναι και εφικτή και αναγκαία, με κρίσιμο, μάλιστα, χαρακτηριστικό τους όρους λήψης αποφάσεων των ανθρώπων που τις αποτελούν και τις υποστηρίζουν.

Έτσι, η στάση της Ελλάδας απέναντι στο θέμα της εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ, πέραν του ότι, παρεμπιπτόντως, είναι απολύτως ενδεικτική του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, οφείλει και να ισορροπήσει μεταξύ δύο εκδοχών: α) Της συνέχειας του ελληνικού κράτους εντός της ΕΕ και β) της συνέχειάς του εκτός της ΕΕ.

Η πρώτη εκδοχή, την επιδίωξη της οποίας προς το παρόν θεωρούμε δεδομένη, αλληλεπιδρά με την επίτευξη των στόχων της ίδιας της ΕΕ. Δηλαδή, πόσο σημαντικοί είναι οι όροι διεύρυνσης της ΕΕ για την ίδια της την επιβίωση; Και κατά πόσο η επιβίωση αυτή επηρεάζει την ευημερία των κρατών-μελών της, άρα και της δικής μας; Και, δευτερευόντως, κατά πόσο θα προωθηθεί η οριστική επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων με την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ;

Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, αυτή περί εγκατάλειψης της ΕΕ, δεδομένης και της παρούσης οικονομικής συγκυρίας, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να προσπαθεί να τη σκιαγραφήσει κανείς, ανεξαρτήτως όλων των ενδεχομένων ως προς την τελική, άνευ ημών, ευόδωση του εγχειρήματος της ΕΕ. Ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία αν σ' αυτήν συμμετείχε η Τουρκία ή όχι. Τα πράγματα θα ήταν τόσο δύσκολα, η οικονομία θα ήταν τόσο ανεπανόρθωτα προβληματική, που η πτώχευση θα ήταν θέμα -λίγου- χρόνου.

Αναγκαστικά, λοιπόν, το μέλλον της Ελλάδας έχει συνδεθεί με αυτό της ΕΕ. Ενδεχομένως να απορροφηθεί κι από αυτό, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση (στην οποία, είμαι σίγουρος, χωρεί κάθε εσχατολογική, εθνοκεντρική, στενόμυαλη και μεγαλοϊδεατίστικη ιδεοληψία). Θα μπορούσε, επομένως, να καταλήξει κανείς στο ότι, πέραν της υφαλοκρηπίδας και του Κυπριακού, εφ' όσον αποδεχθεί κανείς ότι αφ' ενός είναι προς το ευρύτερο στρατηγικό συμφέρον της ΕΕ το άνοιγμα προς την Ανατολή και αφ' ετέρου εκτιμήσει ότι η ιδιότητα του Ευρωπαίου Πολίτη θα είναι σημαντικότερη από αυτήν του Έλληνα, οφείλει και να τοποθετηθεί υπέρ των προσπαθειών της Τουρκίας για ένταξη, ανεξαρτήτως αν αυτή δείχνει να μπορεί να το επιτύχει ή όχι. Αντιστοίχως, αν αποφασίσει ότι η διεύρυνση θα βλάψει τα παρόντα ή μελλοντικά του συμφέροντα, θα πρέπει να αντιταχθεί στην ένταξη, είτε αυτή είναι εφικτή είτε όχι. Σωστά;

Λάθος.

Ξεχάσαμε το όραμα.

Έχουμε την ιστορική ευκαιρία να δώσουμε έμπρακτα το παράδειγμα για το πώς οραματιζόμαστε τις κοινότητες, για το πώς προτείνουμε να εξελιχθεί ο πολιτισμός. Εμείς, πρώτοι και καλύτεροι, να υποδείξουμε στις επόμενες γενιές τι να θεωρούν δεδομένο και τι να προσπαθούν, να αποδείξουμε ότι η πίστη στις ανοιχτές κοινωνίες δεν είναι λόγια κενά, αλλά ότι προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα ακόμα δύσκολο βήμα προς τα μπρος, ότι οι αιματηρές θυσίες του 20ου αιώνα που παραλάβαμε και διαμορφώσαμε δεν έγιναν μάταια. Μετά το ΟΧΙ, η κληρονομιά ενός ΝΑΙ θα είναι εξ ίσου πολύτιμη. Ενδεχομένως με όρους και με τις μικρότερες δυνατές εκπτώσεις, αλλά πάντως με επίγνωση της ευθύνης λήψης μιας σπουδαίας ιστορικής απόφασης και με την ελπίδα ότι αυτή θα αποφέρει καρπούς και δεν θα προδοθεί στην πρώτη αναποδιά. Η δυσκολία και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης είναι δεδομένη, η μέχρι σήμερα συμπεριφορά της Τουρκίας δεν είναι η ιδανική (όπως φαίνεται κι εδώ) και γενικά οι όλες συνθήκες είναι τέτοιες που καθιστούν το εγχείρημα άξιο λόγου, προσπάθειας και θυσιών.


ΥΓ Εξαίρεση, λέει, πέτυχε η Τσεχία από τη Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με αντάλλαγμα να υπογράψει τη συνθήκη της Λισσαβώνας... Αναρωτιέμαι αν ενεργούσαν με παρόμοιο τρόπο η Γαλλία και η Γερμανία ποιό θα ήταν το μέλλον της ΕΕ... Και της Τσεχίας...


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ο αντιβρετανός


Ο ορισμός της έννοιας της επιστήμης είναι μάλλον προβληματικός.
Δειγματοληπτικά, το Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη (Έκδοσης 1993) κάνει λόγο για πλήρη και ακριβή γνώση ορισμένων πραγμάτων και για σύνολο συστηματικών γνώσεων που αναφέρονται σε ορισμένο κύκλο φαινομένων.
To Λεξικό του Cambridge για τη γνώση που προκύπτει από τη συστηματική μελέτη της δομής και της συμπεριφοράς του φυσικού κόσμου και ειδικά δια της παρατήρησης, της μέτρησης και του πειραματισμού και για την εξέλιξη θεωριών που περιγράφουν τα αποτελέσματα αυτών των διεργασιών.

Ανεξάρτητα από την όποια ακρίβεια και πληρότητα των ανωτέρω ορισμών, αλλά και από την τρέχουσα πραγματική έννοια της επιστήμης στην καθομιλουμένη, ο επιστήμονας καθορίζεται από την εποχή του. Και με τον όρο εποχή εννοώ και το γενικό επίπεδο εξέλιξης της γνώσης, αλλά και τη δυνατότητα πρόσβασης σ' αυτήν. Γεγονός, επίσης, είναι ότι, όπως έχουν έρθει τα πράγματα, η τεχνολογία τείνει να περιορίσει τόσο τον αριθμό των επιστημόνων, όσο και την έννοια της επιστήμης καθ' αυτήν. Ουδείς αμφιβάλλει ότι σε 200 χρόνια η επιστήμη της ιατρικής θα έχει κατακτήσει άλλες γνώσεις και διαδικασίες διάγνωσης και θεραπείας: Ο επιστήμονας του σήμερα θα είναι ένας χειριστής ενός μηχανήματος του αύριο κι ένας απλός καταναλωτής του μεθαύριο. Ακόμα και οι θεωρητικές επιστήμες, αυτές δηλαδή στις οποίες εκ φύσεως η εξέλιξη της τεχνολογίες έχει το μικρότερο άμεσο αντίκτυπο, όπως η ιστορία ή η νομική, είναι θέμα χρόνου να μαθηματικοποιηθούν, αν μου επιτρέπεται ο όρος, να ανακαλυφθούν τα μοντέλα δομής και λειτουργίας τους και να γίνουν κοινή γνώση που θα διαχυθεί στις κοινωνίες, εύκολα, απλά και κατανοητά για όλους.

Αυτά, βέβαια, υπό μία προϋπόθεση: Την επιβίωση των πολιτισμών που προάγουν και παράγουν πολιτισμό, εκείνων που γεννούν τις συνθήκες επιστημονικής και οικονομικής ανάπτυξης. Όπως κάποτε της Αθήνας και της Ρώμης, αργότερα της Γαλλίας και της Βρετανίας, σήμερα των ΗΠΑ και της ΕΕ, αύριο ποιος ξέρει.

Ο όρος, όμως, "επιβίωση" είναι κρίσιμος. Επιβίωση όπως νίκη, όπως επικράτηση, όπως επέκταση, δηλαδή με πολεμικούς όρους, παρ' ό,τι, για συναισθηματικούς κυρίως λόγους, εξακολουθεί ν' αναπνέει κάπου η ελπίδα της ειρηνικής εξέλιξης των πραγμάτων, της ως εκ θαύματος επιβολής δια της πειθούς. Παρ' όλα αυτά, αν τα πράγματα εξελιχθούν και προς τη σύγκρουση, όπως αμείλικτα μας διδάσκει η ιστορία (αλλά και η σύγχρονη πραγματικότητα), οι θεωρίες και τα οράματα θα πρέπει να μετουσιωθούν σε πράξεις με φυσικές και πραγματικές συνέπειες, σε θυσίες και καταστροφές, σε βία.
Κρατάω προς το παρόν την αισιόδοξη εκδοχή, αυτή δηλαδή που ψιλοαγνοεί το 1 δισεκατομμύριο των ανθρώπων που καθημερινά αντιμετωπίζουν πρόβλημα πείνας και, ελπίζοντας χαζοχαρούμενα ότι κάπως και κάποτε θα αποκτήσουν κι αυτοί τη δυνατότητα να διαλέγουν ανάμεσα σε 30 ήδη σοκολάτας στα σούπερ-μάρκετ, μένω λίγο στο θέμα του πολέμου, κυρίως επ' αφορμή του βιβλίου του Michael Scott "From Democrats to Kings".

Από τη μια ο συγγραφέας, διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, ισχυρίζεται εδώ ότι σκοπεύει να περιγράψει τη μετάβαση από τη δημοκρατία της Αθήνας στη βασιλεία του Μ. Αλεξάνδρου, από την άλλη ελληνικές εφημερίδες, όπως το Βήμα εδώ, ισχυρίζονται ότι αποκαλεί τον Αλέξανδρο "μαμμόθρεφτο" και τους 300 του Λεωνίδα "τραμπούκους" και ότι αμφισβητεί "τις αξίες και τα επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας".
Χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο και χωρίς να προτίθεμαι να το κάνω, τείνω να πάρω το μέρος του συγγραφέα. Πρώτον, επειδή στο σύνολο της κριτικής που του ασκείται από τον ελληνικό τύπο και τα διάφορα blogs αναφέρεται ότι αναδημοσιεύουν απόψεις άλλων χωρίς να έχουν διαβάσει το βιβλίο. Δεύτερον, επειδή δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η συσχέτιση του συγγραφέα με το brand name "Cambridge" δεν παρέχει κάποια ελάχιστα εχέγγυα επιστημοσύνης και σοβαρότητας (χωρίς πάντως να υποτιμώ τον παράγοντα "δόξα και λεφτά"). Τρίτον, επειδή είναι πάντα χρήσιμες οι εμπεριστατωμένες απόπειρες αποδόμησης των ιστορικών προτύπων, ακόμη και όταν γίνονται εκ του πλαγίου ή με χιουμοριστική διάθεση. Και τέταρτον, επειδή η φράση "αξίες και επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας" είναι ενδεικτική της διάθεσης, αλλά και του επιπέδου και της κατάρτισης του συντάκτη.

Προσωπικά δεν έχω αμφιβολία ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν ήταν "μαμμόθρεφτο", αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με την κοινή λογική που λέει ότι δεν μπορεί να είναι μαμμόθρεφτο κάποιος που ξεκινάει με το στρατό του από τη Μακεδονία και φτάνει στην Ινδία κατακτώντας όποιον βρίσκει στο δρόμο του. Απλή λογική, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες της εποχής, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί παρά να είναι εκτός πραγματικότητας. Όσο για τους Σπαρτιάτες, ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι στην προ Θερμοπυλών ζωή τους ήταν καθεστωτικοί τραμπούκοι, το πρότυπο της αντίστασης των λίγων απέναντι στους πολλούς, η γενναιότητα και η αδιαφορία για το σίγουρο θάνατο, παραμένει ισχυρό και διαχρονικό. Θεωρώ, έτσι, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και χρήσιμη την πληροφορία ότι ο Μ. Αλέξανδρος μπορεί και να ήταν μαμμόθρεφτο, όπως και αυτή ότι οι Σπαρτιάτες μπορεί και να ήταν και τραμπούκοι. Με βοηθά να έχω σφαιρικότερη άποψη απέναντι στα πράγματα, να μην ξεχνιέμαι και να μην επαναπαύομαι στα στερεότυπα, μου κάνει γενικά καλό, με κάνει εξυπνότερο, είτε ισχύει είτε όχι.

Δεν μου αρκεί, δηλαδή, ότι οι Έλληνες δημοσιογράφοι τη θεωρούν ανθελληνική (τι πρωτότυπο!), αυτό θα ήταν απλώς μια παρορμητική αντίδραση, μου αρκεί, όμως, ότι ανανεώνει την εμπιστοσύνη μου στον πολιτισμό της επιστήμης δια μόνης της αμφιβολίας και της συζήτησης. Το δε πρότυπο της μάχης των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. ή της μάχης της Βρετανίας το 1940 μ.Χ., εννοείται ότι παραμένει αναλλοίωτο, όπως θα παρέμενε ακόμη κι αν ήταν μύθος.

Εν πάσει περιπτώσει και χωρίς να θέλω να παραστήσω
τον επιστήμονα περί των ενδυματολογικών παραδόσεων των απανταχού γαλαζοαίματων, παραθέτω ως αντίποινα φωτογραφία της Βασίλισσας Ελισάβετ, που αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά έχει από τις θειάδες που συναντά κανείς εν αφθονία ανά την Ελλάδα. Παραθέτω επίσης τη φωτογραφία ενός γερακιού που τόλμησε να πλησιάσει τη φωλιά ενός ηρωικού σπίνου και βρήκε τον μπελά του. Ο σπίνος, πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, τσαμπουκαλευόταν και στα μικρότερα πουλιά της περιοχής του, πουλούσε μούρη και γενικά είχε φήμη κωλοπαιδαρά και τραμπούκου.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Επ' αφορμή του νέου Υπουργικού Συμβουλίου


"... Γιατί ο φυσικός ηγεμόνας έχει λιγότερους λόγους και μικρότερη ανάγκη να βλάψει: έτσι είναι περισσότερο αγαπητός· και αν υπερβολικά ελαττώματα δεν τον κάνουν μισητό, είναι λογικό και φυσικό να τον θέλουν οι υπήκοοί του. Και στην παλαιότητα και τη συνέχεια της ηγεμονίας σβήνουν οι αναμνήσεις και οι λόγοι των καινοτομιών: γιατί πάντοτε μία αλλαγή προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη.

... Στην καινούρια όμως ηγεμονία υπάρχουν οι δυσκολίες. Πρώτα απ' όλα, αν δεν είναι τελείως καινούρια αλλά μέλος ενός κράτους που μπορεί όλο μαζί να ονομαστεί μεικτό, οι αλλαγές γεννιούνται κατ' αρχήν από μια φυσική δυσκολία που υπάρχει σε όλες τις καινούριες ηγεμονίες: οι άνθρωποι θέλουν να αλλάζουν ηγεμόνα, πιστεύοντας ότι έτσι θα καλυτερέψει η κατάστασή τους· και αυτή η πίστη τους κάνει να σηκώνουν τα όπλα εναντίον του· έτσι όμως εξαπατούν τον εαυτό τους, γιατί βλέπουν κατόπιν από την πείρα ότι τα πράγματα χειροτέρεψαν. Αυτό προκύπτει από μια άλλη φυσική και κοινή αναγκαιότητα, σύμφωνα με την οποία πάντοτε ο καινούριος ηγεμόνας είναι υποχρεωμένος να βλάψει εκείνους που τον έφεραν στο αξίωμα, είτε με τα στρατεύματά του, είτε με με αναρίθμητες άλλες πιέσεις που επιβάλλει η νέα κατάκτηση· μ' αυτόν τον τρόπο έχεις εχθρούς όλους εκείνους που έβλαψες για να καταλάβεις αυτή τη χώρα, και δεν μπορείς να διατηρήσεις φίλους εκείνους που σε βοήθησαν σ' αυτό, μη μπορώντας να τους ικανοποιήσεις με τον τρόπο που περίμεναν, και μη μπορώντας να χρησιμοποιήσεις εναντίον τους ισχυρά φάρμακα, όντας υποχρεωμένος σ' αυτούς...

... Όταν βλέπεις τον υπουργό να σκέφτεται περισσότερο τον εαυτό του από σένα, και σε όλες τις πράξεις να αναζητεί το συμφέρον του, αυτός που κάνει τέτοια πράγματα δεν θα είναι ποτέ καλός υπουργός και δεν θα μπορείς ποτέ να του έχεις εμπιστοσύνη: γιατί εκείνος που διαχειρίζεται το κράτος κάποιου, δεν πρέπει ποτέ να σκέφτεται τον εαυτό του, αλλά πάντοτε τον ηγεμόνα, και να μην τον απασχολεί ποτέ με πράγματα που δεν τον αφορούν. Και από την άλλη πλευρά, ο ηγεμόνας για να τον διατηρεί καλό, πρέπει να σκέφτεται τον υπουργό, τιμώντας τον, κάνοντάς τον πλούσιο, υποχρεώνοντάς τον, δίνοντάς του τιμές και αξιώματα· έτσι που να συμβεί να μην μπορεί να σταθεί χωρίς αυτόν, και οι πολλές τιμές να μην τον κάνουν να επιθυμεί περισσότερες τιμές, τα πολλά πλούτη να μην τον κάνουν να επιθυμεί περισσότερα πλούτη, τα πολλά αξιώματα να τον κάνουν να φοβάται τις μεταβολές. Όταν λοιπόν οι υπουργοί και οι ηγεμόνες προς τους υπουργούς φέρονται μ' αυτόν τον τρόπο, μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο· και όταν συμβαίνει αλλιώς, το τέλος είναι πάντοτε βλαβερό ή για τον έναν ή για τον άλλον."
Νικολό Μακιαβέλι, "Ο Ηγεμόνας", Κάκτος 2006 (Μετάφραση Ηλέκτρας Ανδρεάδη)
Αυτά και άλλα πολλά δίδασκε ο Μακιαβέλι. Ευτυχώς, τα 500 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τότε ήταν τελικά αρκετά.

Κουβέντα να γίνεται

Democracy, όπως το πολίτευμα της δημοκρατίας.
Republic, όπως η χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα.

Κι όμως, αυτά που χωρίζουν τους Δημοκρατικούς με τους Ρεπουμπλικάνους είναι πολύ πιο ουσιώδη και σημαντικά από τις διαφορές των δύο αυτών εννοιών. Σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος, πολιτισμού, κοσμοπολιτισμού, ακόμα και αισθητικής. Συγκλίνουν σε κάποια θέματα που αφορούν την οικονομία ή την εξωτερική πολιτική, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται πάντα και χωρίς αυτό να τους καθιστά ίδιους. Δεδομένου δηλαδή ότι οι ΗΠΑ έχουν μέσες-άκρες τα τελευταία χρόνια σαφές μοντέλο οικονομίας και μάλιστα σχετικά επιτυχημένο, οι όποιες διαφορές πλεύσης αποφασίζονται και εφαρμόζονται από τον εκεί δικομματισμό κινούνται πάντα εντός ενός συγκεκριμένου και αδιαμφισβήτητου πλαισίου.

Σοσιαλισμός, όπως κοινωνικός έλεγχος των μέσων παραγωγής.
Καπιταλισμός, όπως ιδιωτικός έλεγχος των μέσων παραγωγής και ελεύθερη αγορά.

Στην Ελλάδα το μοντέλο που έχει επικρατήσει και εφαρμόζεται από τον εδώ δικομματισμό είναι κάτι σαν ερασιτεχνικός καπιταλισμός με ολίγη από light σοσιαλισμό, ίσα για το άρωμα. Κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Συμφωνούν πλήρως σε βασικά θέματα, όπως κρατική εποπτεία σε κοινωνικά κρίσιμους θεσμούς, όπως η παιδεία, η υγεία κ.λ.π., ελευθερία στην οικονομία και στην αγορά, ένταξη και συμμετοχή σε αντίστοιχων αντιλήψεων διακρατικές ενώσεις και οργανισμούς. Κι όμως, το μεν ΠΑΣΟΚ δηλώνει σοσιαλιστικό, η δε ΝΔ δεν δηλώνει τίποτα. Οι μόνοι δηλαδή πραγματικά συνεπείς ως προς το οικονομικοκοινωνικό τους πρόγραμμα και την ονομασία τους είναι το ΚΚΕ και οι Φιλελεύθεροι.

Δεν αμφιβάλλω ότι οι ιδέες και οι έννοιες των -ισμών εξελίσσονται και τελούν σε αμφίδρομη σχέση διαμόρφωσης με τα ιδεολογικά και κοινωνικά ρεύματα που εκφράζουν, αλλά η πλήρης αυτή αναντιστοιχία μεταξύ του φαίνεσθαι και του είναι παραμένει ενοχλητική. Ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι στην πολιτική τα όρια μεταξύ ιδεολογικών χώρων οφείλουν να είναι χαλαρά και ενίοτε διαπερατά, ή ακόμα και ότι οι προσωπικές αντιλήψεις των ψηφοφόρων των μεγάλων κομμάτων δεν τα χαρακτηρίζουν αναγκαστικά, πώς να μην προβληματιστεί όταν το ιστορικό ιδεολογικό τρίπτυχο της δεξιάς, δηλαδή το πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, απαντάται στο σύνολο σχεδόν και των αυτοπροσδιοριζόμενων ως κεντρώων και κεντροαριστερών (σίγουρα στις καθημερινές τους επιλογές και πρακτικές, αν όχι και στις απόψεις τους), ή όταν αυτό είναι απολύτως εγκαταλελειμμένο από τους θεωρητικούς της φιλελεύθερης οικονομίας; Ξανά, η συνέπεια του ΚΚΕ και των Φιλελευθέρων ξεχωρίζει. Και δεν μπαίνω στον κόπο να αναφέρω προσωπικά ή και ομαδικά παραδείγματα στους μεν και τους δε που αποδεικνύουν το αντίθετο.

Επίσης, μπαίνει παράλληλα το ερώτημα γιατί να είναι κάτι τόσο σαφώς ορισμένο, σε τι εξυπηρετεί αυτή η δύσκολη, αν όχι μάταιη, προσπάθεια λεκτικής και νοηματικής ακρίβειας στους ορισμούς, αφού τα πολιτικά ρεύματα είναι διαρκώς διαμορφούμενα και προσαρμοζόμενα τόσο στις παγκόσμιες όσο και στις τοπικές περιστάσεις. Ακόμα κι αν το ορίσουμε τώρα, τι αξία θα έχει αυτός ο ορισμός στο μέλλον;

Θα έχει. Τόσο που ακόμα κι αν δεν υπάρχει ο κατάλληλος ορισμός σήμερα, θα πρέπει να εφευρεθεί. Έστω για να εκφράσει, να εμπνεύσει, ακόμα και μόνο για να δείξει ότι υπάρχουν
άνθρωποι με στοιχειώδη πολιτική συγκρότηση και κοινωνική ευαισθησία, που τους ενδιαφέρει και μπορούν να εφευρίσκουν, να εκφράζουν και να εμπνέουν. Οι όροι "αριστερός" και "δεξιός" έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, τουλάχιστον με την πραγματική τους έννοια.
Γιατί είναι αριστερός αυτός που εμμένει σε ένα ιδεολογικό και πολιτικό μόρφωμα του προπερασμένου αιώνα, όπως ο κομμουνιστής, και δεν είναι αυτός που προσπαθεί να διαμορφώσει νέα επαναστατικά οράματα, αντίστοιχα των σημερινών αλλά κυρίως των αυριανών συνθηκών και των αναγκών; Ποιός απ' τους δυο είναι ο επαναστάτης και ποιός ο συντηρητικός;
Ή τι σχέση έχει ο δεξιός επιχειρηματίας που επενδύει, που χάνει και κερδίζει, που φτιάχνει και καταργεί θέσεις εργασίας, που διαμορφώνει την κοινωνία στην οποία ζει, που επενδύει, που ενημερώνεται, που εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του και εκβιάζεται από το κράτος, που συμμετέχει πραγματικά και με κάθε τρόπο στην ελεύθερη αγορά, με τον δεξιό που κάθεται σπίτι του και νομίζει ότι όλοι τα παίρνουν, ότι όλοι θέλουν να τον ξεγελάσουν κι ότι Ελλάδα σημαίνει πολιτισμός;

Ακόμα και στην Αγγλία, το Συντηρητικό Κόμμα (που δείχνει πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα αυτοπεποίθηση και ακρίβεια στην ονομασία του) έχει ιστορικά πάρει και -κυρίως- εφαρμόσει αποφάσεις πραγματικά ριζοσπαστικές και πρωτοποριακές, τόσο που διαμόρφωσαν για πολλές δεκαετίες το κοινωνικό και οικονομικό πρόσωπο της χώρας τους. Παρομοίως και στη Γερμανία, με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Επειδή, λοιπόν, ανατρέχοντας ξανά στον Wittgenstein, τα όρια του κόσμου μας συμπίπτουν με αυτά της γλώσσας μας και, άρα, αν επεκτείνουμε αυτά της γλώσσας μας ενδεχομένως επεκταθούν και αυτά του κόσμου μας, αλλά και επειδή οφείλουμε να μη συνδέσουμε (τουλάχιστον όχι χωρίς αίσθηση του χιούμορ) την ακρίβεια και την ειλικρίνεια του ονόματος του ΚΚΕ και των Φιλελευθέρων με την πολιτική τους πορεία και απήχηση, θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ορίσουμε τη διαφορά του "αριστερού" με τον "δεξιό", του "προοδευτικού" με τον "οπισθοδρομικό", του "επαναστάτη" με του "συντηρητικού", ώστε ο ίδιος αυτός ο ορισμός να γεννήσει και να φανερώσει κι άλλες διαφορές, άλλες πραγματικές κι άλλες εικονικές, άλλες μόνιμες κι άλλες περιστασιακές, που θα δείξουν πότε και προς τα πού συμπορευόμαστε και πότε νικά ο ισχυρότερος.
Αν όχι, αν δηλαδή αυτός ο προσδιορισμός είναι ανέφικτος, αυτό θα σημαίνει και ότι δεν υπάρχει και πραγματική διαφορά για να εκφραστεί, ο συγκερασμός που έχει επέλθει είναι βαθύς και διάχυτος, σε πολλαπλά επίπεδα και κοινωνικά και πολιτισμικά στρώματα.
Η αμερικανοποίηση της πολιτικής μας ταυτότητας θα αποδειχθεί βασιλικότερη του βασιλέως, ήτοι ευρύτερη εκείνης των Αμερικάνων, εκεί όπου το Democracy και το Republic δεν ετυμολογούνται με αγγλικές ρίζες αλλά με ευκολία μιλούν για "πευκόμηλα", "αυγόφυτα" και "αρακοβελάνιδα", που η γλώσσα είναι περισσότερο εργαλείο παρά μουσειακό έκθεμα. Δεν είμαι σίγουρος αν η χροιά της τελευταίας αυτής πρότασης είναι θετική ή αρνητική, αλλά από το δογματικό "στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα" προτιμώ το "στη γλώσσα δεν υπάρχουν αδιέξοδα", είναι πιο ελπιδοφόρο και, μάλλον, ακριβές.