Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Ο φόβος

Η βία, τουλάχιστον ως μέσο και απότοκος κάθε κοινωνικής εξέγερσης, προκαλεί το φόβο. Κι αν εξαιρέσουμε διάφορες, όχι και τόσο δυσεύρετες, παθολογικές περιπτώσεις, ο φόβος γεννάται σε αμφότερες τις πλευρές του συστήματος, τόσο σ' αυτούς που μεταχειρίζονται τη βία όσο και στους αποδέκτες της. Ο φόβος, μεταξύ άλλων, είναι αυτός που οδηγεί στην οργή, η οργή στην εξέγερση, αυτή στη βία κι επομένως, μεταξύ άλλων, ξανά στο φόβο. Η λογική και φυσική αυτή ακολουθία, που είναι και μέρος πολλών άλλων μεγαλύτερων και πολυπλοκότερων, στην οποία ο καταλύτης του φόβου είναι κυρίαρχος, έχει καθορίσει και καθορίζει την ιστορία των ανθρώπων. Ακούγεται ίσως κάπως υπεραπλουστευτικό, αλλά αναρωτιέμαι αν πράγματι είναι. Μια πάλη είναι η ιστορία, με το φόβο (για το θάνατο, για την εγκατάλειψη, για την ανέχεια, για τη ντροπή) να ρυθμίζει και να υπαγορεύει αντιδράσεις, να οδηγεί σε ηρωικές εξάρσεις και πράξεις αίσχους, σε μάχες, πολέμους κι ανακωχές. Η περιγραφή της ιστορίας, χωρίς να είναι μία περιγραφή φόβου, τείνει να είναι μια περιγραφή της εξιστόρησης του φόβου.

Νομίζω, επομένως, ότι, αντίθετα, υπεραπλούστευση θα ήταν να πει κανείς ότι πρόκειται για την εξιστόρηση της ανάγκης, ή της απληστίας, ή της ματαιοδοξίας ή ό,τι άλλο. Πιο σωστό απ' αυτά θα ήταν να μιλήσουμε για την εξιστόρηση της βλακείας, αλλά ο φόβος, κοινός, ίδιος κι απαράλλαχτος σε ανθρώπους και ζώα και ψάρια και πουλιά, είναι τόσο στενά δεμένος με κάθε τι ένστικτο, μύχιο κι αρχέγονο, που η αποσιώπησή του θα ήταν δείγμα επιδερμικής κι επιπόλαιης μόνο διερεύνησης των πραγμάτων, βαθειάς άγνοιας της φύσης και της ζωής. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, των όποιων κοπιωδών αναλύσεων και φιλοσοφικών αναζητήσεων απαιτούνται για να φτάσει κανείς, σχετικά αξιοπρεπώς, από την πλήρη αποσιώπηση του φόβου στο όποιο άλλο άκρο της διαδρομής, θα δεχθώ πως μου αρκεί ότι, πέραν των ανωτέρω, το συναίσθημα του φόβου δεν είναι απλώς χαρακτηριστικό της φύσης μας, είναι ένα από τα συστατικά της.

Και δεν ξέρω κανέναν, πλην, ξανά, των παραπάνω γνωστών παθολογι
κών περιπτώσεων, που δεν φοβάται όταν κάποιος δίπλα του κρατάει ένα πιστόλι, πόσο μάλλον όταν πυροβολεί, ακόμη και στον αέρα. Η χρήση ενός όπλου, μια πράξη βίας δηλαδή, ανεξαρτήτως πρόθεσης, προκαλεί φυσιολογικά το φόβο, όπως κι οι μπαλωθιές, ασχέτως περίστασης, είναι για να δείξουμε ότι, τάχα μου, δεν φοβόμαστε τον εχθρό. Προφανώς, για να του προκαλέσουμε φόβο.
Επίσης, ευτυχώς, δεν φαντάζομαι κάποιον που να μην αντιλαμβάνεται τον προσδιορισμό του και μέσω των εχθρών του, πραγματικών ή νοητών, ή να μην έχει ονειρευτεί βίαιες πράξεις εκδίκησης. Κανείς. Η επιθυμία της βίας, προσωπικής ή ομαδικής, είναι καθολική. Η εξιστόρηση του φόβου έχει δείξει, με πλήθος, πάντως, εξαιρέσεων, πως η βία είναι που μπολιάζει την αλλαγή, η ανακατοσούρα είναι που φέρνει την κάθαρση. Και την αδικία, επίσης. Κι ο μόνος επιπλέον φόβος που διαχωρίζει τον συνετό και τον ήρωα από τον σφαγέα, χωρίς να αποφεύγεται φυσικά η διαπλοκή των ορίων, είναι αυτός της αδικίας.

Αυτά τα κοινότυπα σκεφτόμουν προχθές στο ΙΚΕΑ, που ξαφνι
κά είδα μια έξαλλη γυναίκα να απειλεί κάποιον που την κοιτούσε με θρασύ ύφος και θρασύδειλη φάτσα ότι θα του κάνει μήνυση, επειδή είχε χτυπήσει τον άνδρα της. Μαζεύτηκε κόσμος, ήρθε ένας ένστολος της ασφάλειας του καταστήματος, χαμογελώντας εκνευριστικά στις απεγνωσμένες προστακτικές της γυναίκας "να τον συλλάβει τον αλήτη", το δε θύμα, ο σύζυγος, στεκόταν παραδίπλα σιωπηλός, κοιτάζοντας τη σκηνή με ένα βλέμμα ντροπής και αμηχανίας, κυρίως, φαντάζομαι, επειδή η γυναίκα του ήταν τόσο συγχισμένη που ουδέποτε της πέρασε από το μυαλό ότι εκείνη τη στιγμή όλο το ΙΚΕΑ μάθαινε ότι τον είχαν δείρει. Χωρίς να φταίει.

Κρίμα. Όταν κάποιος αποφασίζει ότι δεν θα μεταχειρίζεται βία, ακόμα
και όταν τη δέχεται άδικα και απρόκλητα, δεν έχει να κάνει τόσο με τη στάση που έχει απέναντι στη ζωή, όσο με το φόβο του απέναντι στη βία. Αν, όμως, αναρωτηθεί αργότερα και ψύχραιμα ο αποδέκτης της επίθεσης ποιά θα ήταν η μόνη αντίδραση που δεν θα είχε μετανιώσει, αυτή που θα ευχαριστιόταν πραγματικά και θα τον έκανε να αναλογίζεται τη σκηνή και να χαμογελά, ανεξαρτήτως φιλοσοφικών πεποιθήσεων, κοινωνικών συμπεριφορών και ποινικών ευθυνών, αυτή θα ήταν να είχε ορμήσει και να είχε σπάσει τα μούτρα του άλλου, ή έστω να προσπαθήσει, χωρίς να τον περιορίσει ο φόβος της βίας και του εξευτελισμού, όπως κι αν αυτός ορίζεται. Σ' αυτόν ακριβώς το φόβο, άλλωστε, πόνταρε κι ο θρασύδειλος, ο εχθρός, ο βλάκας, και σ' αυτό το επίπεδο έπρεπε πρώτα να νικηθεί.