Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Αντάρτικα στην ταβέρνα

Σε τηλεοπτικό πάνελ που ακολούθησε την επίθεση των "Ομάδων Προλεταριακής Λαϊκής Αυτοάμυνας" στο Αστυνομικό Τμήμα της Αγίας Παρασκευής, ο γνωστός δικηγόρος Φραγκίσκος Ραγκούσης εξέφρασε την άποψη ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι φυσικοί αυτουργοί της πράξης αλλά τα κίνητρά τους, οι αιτίες που τους ώθησαν να προβούν στην ενέργεια αυτή, όπως οι κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν τέτοιου είδους αντιδράσεις. Ο επίσης γνωστός Βουλευτής Άδωνις Γεωργιάδης του έβαλε τις φωνές, λέγοντάς του ότι με τέτοιου είδους απόψεις δικαιολογεί τους δράστες, συντάσσεται ουσιαστικά μαζί τους, έως και παρακινεί και άλλους σε παρόμοιες επιθέσεις.

Αν και με τον Α. Γεωργιάδη με χωρίζει αγεφύρωτο ιδεολογικό χάσμα, του αναγνωρίζω την ικανότητα στα θέματα αυτά να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ήτοι να απλοποιεί τα πράγματα και να εκφράζει αυτό που εκτιμώ πως είναι η κοινή λογική: Η κοινωνία δεν οφείλει να αναγνωρίζει, πόσο μάλλον να αποδίδει, τον τίτλο του επαναστάτη σε κακοποιούς και δη αιμοχαρείς. Ουδεμία δικαιολογία σε δολοφόνους και τραμπούκους, οποιαδήποτε κι αν είναι η κοινωνική τους προέλευση, οποιαδήποτε κι αν είναι τα κίνητρά τους, οποιαδήποτε ανταπόδοση κι αν ισχυρίζονται πως κάνουν. Κρίνω πως ο Φ. Ραγκούσης ώφειλε να καταλάβει ότι στόχος τέτοιων ενεργειών δεν είναι η αστυνομία, αλλά η κοινωνία την οποία κι ο ίδιος υποστηρίζει, αυτή στην οποία ζει και εργάζεται, οι ελευθερίες που απολαμβάνει κι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Και ειδικά όταν από τις ενέργειες στις οποίες ανώφελα και άτσαλα πασχίζει να προσδώσει ιδεολογική υποστήριξη άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί, το θέμα δεν είναι πια μόνο πολιτικό, αλλά και τσίπας.

Επίσης, πέραν του αν οι παραπάνω απόψεις του Φ. Ραγκούση είναι κατά βάση υποκριτικές ή αν κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτές του Α. Γεωργιάδη ως ακραίες, γεγονός παραμένει ότι η ευτέλεια, που ζει και βασιλεύει πίσω από τα αναμασήματα της όποιας λαϊκίστικης σαχλαμάρας κυκλοφορεί κατά καιρούς, μεταφέρεται ως τρόπος σκέψης και αντανακλάται στην έκφραση της επόμενης γενιάς ψηφοφόρων, ήτοι των μαθητών των Λυκείων. Σε συνέχεια μιας off-air συζήτησης με τη μάχιμη M+Λ σχετικά με την ελληνική εκπαίδευση και την παιδεία των σημερινών μαθητών, αναρωτιέμαι ξανά πόσο ουσιαστικό είναι το αίτημα "περισσότερα λεφτά για την παιδεία", από τη στιγμή που το κύριο, το βαθύ της πρόβλημα δεν είναι τα laptop και οι αίθουσες, αλλά το είδος και η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Να δεχθώ ότι τα χρήματα είναι π.χ. αυτά που θα φτιάξουν και θα στηρίξουν τα ολοήμερα σχολεία, αλλά πλέον έχουν καταντήσει να γίνονται άλλοθι για την έλλειψη επαγγελματισμού των καθηγητών, για τον εθνοκεντρικό και αναχρονιστικό αχταρμά των εθνικών εορτών, για την αφόρητη ανία των παρελάσεων, για το μικροαστισμό της "Βουλής των Εφήβων", για την ανοχή και την προκλητική απραξία απέναντι στην αδιαφορία και την απειθαρχία. Αυτά που πρέπει ν' αλλάξουν για να συνεισφέρει το σύστημα στην κατάρτιση των μαθητών, στην ουσιαστική τους επιστημονική και κοινωνική μόρφωση, στην προσωπική τους ευτυχία σε τελική ανάλυση, δεν αγοράζονται: Παράγονται.
Διαφορετικά, ο καθένας πορεύεται με τη μοίρα του, τις εμπειρίες του, το μυαλό του, τις παρέες του.

Κάπως έτσι νομίζω ότι γεννήθηκε κι εξαπλώθηκε το "Antifa". Το έβλεπα σε γκράφιτι στους τοίχους, σκέτο, απλά τη λέξη "Antifa", χωρίς να ξέρω τι είναι, αν και συμπέραινα από τα εκάστοτε συμφραζόμενα αναρχο-αριστερίστικες καταβολές. Από το "Ε" της περασμένης Κυριακής, στο οποίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες στην περιγραφή και εξιδανίκευση του όρου, έμαθα ότι πρόκειται για ένα Antifaσιστικό κίνημα που γεννήθηκε το 1989 στη Γερμανία κι εξαπλώθηκε και σε πολλές χώρες του κόσμου, με σκοπό την οργάνωση απέναντι στους νεοναζί, τη σύγκρουση μαζί τους και την υποστήριξη των μεταναστών.

Προσωπικά, ανεξαρτήτως της όποιας μετριοπάθειας και συνέπειας αναγνωρίζω ότι οφείλει να επιδεικνύει κανείς σε τέτοιου είδους θεωρητικές τοποθετήσεις, δυσκολεύομαι να μη συμμεριστώ το μειδίαμα που προκαλεί σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας η ιδέα της βίας, εντός ευλόγων ορίων, κατά των νεοναζί. Είναι ακριβώς το ίδιο συναίσθημα που προκαλούν οι συμμετάσχοντες στους βανδαλισμούς της Αθήνας τον περασμένο Δεκέμβριο και οι υποστηρικτές τους (όπως λ.χ. το παραπάνω περιοδικό, στο οποίο τα επεισόδια αυτά αναφέρονται ως "εξέγερση"). Είναι αντανακλαστικό, δεν μπορώ να το περιορίσω. Από την άλλη, επιστρέφοντας γρήγορα-γρήγορα στην ασφάλεια της πολιτικής ορθότητας, δεν μπορώ και να αποδεχθώ την απλοϊκότητα που υποδηλώνεται από τον όρο "αντιφασισμός". Όσο κι αν εννοείται ή υπονοείται, ουσιαστικά λείπει η πρόταση. Το όλο ιδεολόγημα μένει στα μισά, αποσπάται από τον -ούτως ή άλλως- ασαφή προορισμό του, χάνεται στην πορεία. Ο φασίστας έχει συγκεκριμένο στόχο και ξέρει και πώς θα τον πετύχει. Ο αντιφασίστας τι κάνει; Του αρκεί να προβάλλεται ως ο εχθρός του φασίστα;

Απότοκος της γενικότερης ημιμάθειας που χαρακτηρίζει παρόμοια κοινωνικά-νεανικά ρεύματα χωρίς γνωστικό, ιδεολογικό, ιστορικό, οικονομολογικό ή φιλοσοφικό υπόβαθρο, το κίνημα των Antifa φαίνεται να αδιαφορεί για τη μελέτη των κοινωνικών προβλημάτων και την ανάλυσή τους. Καταφεύγει στις απλουστεύσεις, στο μηδενισμό, στις μπουνιές με τους νεοναζί, στην κατ' επιλογήν υπεράσπιση των εξ ορισμού αδυνάτων και ...τίποτα. Αυτά. Οι αντι-φασίστες είναι υπέρ τίνος; Της ανοιχτής κοινωνίας; Της αλληλεγγύης; Της ελευθερίας της σκέψης; Της παραγωγικότητας; Της δικαιοσύνης; Δεν νομίζω, ειδικά αν θυμηθώ ξανά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου. Κινήματα όπως των Antifa, ακόμη κι αν τους αναγνωρίσει κανείς αγαθές αρχικές προθέσεις, αποδεικνύονται ανίκανα να ξεφύγουν από το μικρο-κοινωνικό τους lifestyle: Μαντήλα, μπύρα και Manu Chao στις παρυφές, μολότοφ στην κορυφή. Είναι καθαρά θέμα του ελάχιστου έως ανύπαρκτου πνευματικού κόπου που τα έχει στηρίξει, όπως και της ψευδεπίγραφης και επιφανειακής επαναστατικότητας που επικαλούνται.

Μ' αυτά και μ' αυτά, αλλά και για να ατονίσει κάπως η μυρωδιά της νομιμοφροσύνης που ενδεχομένως αναδίδουν τα παραπάνω, θα κατέληγα πως ο καθένας καθορίζει τα προσωπικά του διαλείμματα από την αποδοχή της κοινωνίας που ζει και από τη συμμετοχή του σ' αυτήν. Θα ήθελα πολύ να αντιπαραβάλλω τα συναισθήματα που προκαλεί το σύνθημα που είδα στην Ασκληπιού "ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΜΙΑ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙΣ, ΑΧ ΒΡΕ ΚΟΣΜΕ ΓΥΑΛΙΝΕ" και το ακόμα καλύτερο "ΑΛΗΤΕΣ, ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ, ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ" στην Παπανδρέου απέναντι από το Mall, με αυτές, αυτές κι αυτές τις ειδήσεις, αλλά νομίζω πως, τελικά, το πράγμα δεν σηκώνει και περισσότερη ανάλυση. Ακόμη κι αν το χαρακτηρίσει κανείς ημίμετρο, συμβιβασμό, προδοσία, υποκρισία, βλακεία ή όπως αλλιώς, αν θέλει κανείς να είναι πραγματικά συνεπής και ειλικρινής με τον εαυτό του, θα πρέπει τελικά να ξεκινήσει με την παραδοχή πως άλλο η θεωρία, άλλο η πράξη.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ο Μπερλουσκόνι, οι δικαστές και οι παπάδες (ή l'asino che vola)


Με την υπ' αρ. 819/09 απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκανε δεκτή αίτηση που κατέθεσε το 2006 η φινλανδικής καταγωγής Ιταλίδα Σόιλε Λάουτσι, κρίνοντας ότι η ανάρτηση της εικόνας του εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες παραβιάζει αφ΄ενός το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας των μαθητών και αφ΄ετέρου των γονέων να μεγαλώνουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις απόψεις και τις πεποιθήσεις τους.

Η απόφαση αυτή δεν θα έπρεπε να είναι, βέβαια, είδηση, ούτε να χρειάζεται κανείς να καταφεύγει σε παραδείγματα και παραλληλισμούς με ημισελήνους και άλλα τινά σύμβολα αλλοθρήσκων. Θα έπρεπε δηλαδή να είναι παγιωμένη και κοινή πεποίθηση ότι ο κοσμικός χαρακτήρας ενός κράτους δεν ανέχεται οποιαδήποτε θρησκευτική διάκριση.

Η κ. Λάουτσι είχε προσφύγει στα ιταλικά διοικητικά δικαστήρια ήδη από το 2004, χωρίς, φυσικά, να δικαιωθεί. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει, όμως, το αιτιολογικό της απόφασης του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας: Ο σταυρός, έκρινε, είναι σύμβολο της ιταλικής ιστορίας και του ιταλικού πολιτισμού και, ακολούθως, της ιταλικής ταυτότητας, καθώς και σύμβολο των αξιών της ισότητας, της ελευθερίας και ανεκτικότητας, όπως και του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους! Έτσι, άλλωστε, είχε ερμηνευθεί το ιταλικό σύνταγμα!

Στην Ιταλία, λοιπόν, χωρίς να υπεισέρχομαι στα υπόλοιπα, σύμβολο του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους είναι ο εσταυρωμένος. Κι αυτό γιατί έτσι λέει το σύνταγμα.

Η χριστιανική θρησκευτική πίστη, ως δόγμα, βασίζεται σε συγκεκριμένα αξιώματα: Ο θεός έχει τριαδική υπόσταση, ο θεός έφτιαξε τον Αδάμ από πηλό κι από το πλευρό του την Εύα, ο θεός είναι πανταχού παρών κ.ο.κ. Ή σου κάνει το πακέτο ως συμβόλαιο και το παίρνεις, ή όχι. Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς, το δόγμα είναι εκ του δοκώ, δηλαδή πιστεύω. Ή Αδάμ ή homo sapiens. Ευκολίες τύπου à la carte και Free2Go δεν έχει (κι αν δεν κάνω λάθος, η εκκλησία τις ονομάζει αιρέσεις.). Μόνο που από δικαστές και μάλιστα ανώτατους θα περίμενε κανείς μια περισσότερο οξυμένη ικανότητα να διαφυλάττουν την προσωπική τους αξιοπρέπεια, αλλά και το κύρος του θεσμού που εκπροσωπούν.

Στα νομικά, βέβαια, η δικαίωση του όρου "επιστήμη" είναι συναπάντημα σπάνιο, περισσότερο απ' ό,τι σε άλλους τομείς της γνώσης. Και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη επιστημονική επάρκεια από τους δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να πετάξουν στα σκουπίδια το αιτιολογικό της απόφασης του ιταλικού ΣτΕ και να καταλήξουν ουσιαστικά στο ότι, πράγματι, τα θρησκευτικά σύμβολα στις αίθουσες διδασκαλίας, όποια κι αν είναι αυτά, αφ' ενός καταδεικνύουν την επίσημη θέση της πολιτείας υπέρ ενός θρησκεύματος και αφ' ετέρου παραβιάζουν την αρχή της ανεξιθρησκείας και του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στα καθ' ημάς, όπως και στις αίθουσες των δικαστηρίων, στα εκλογικά κέντρα, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα αστυνομικά τμήματα, στη Βουλή κ.λπ.

Παρότι αμφιβάλλω αν δικαστές του ελληνικού ΣτΕ θα μπορούσαν να φτάσουν στο σημείο να δεχθούν το σταυρό ως σύμβολο κοσμικότητας (αυτό θα το θεωρήσω ιταλική πατέντα, μέχρι νεωτέρας φυσικά), ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Γ. Καλαμίδας φρόντισε να υποδείξει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να λαμβάνει υπ' όψιν του την άποψη της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών, συμπληρώνοντας δήλωση του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος σε μια έκρηξη χριστιανικής αγάπης (και κοσμικότητας) είπε ότι αυτά είναι λυπηρά φαινόμενα, ότι θα πρέπει επιτέλους να σοβαρευτούμε και ότι "δικαιώματα δεν έχει μόνο η μειονότητα αλλά και η πλειονότητα". Ο δε Άνθιμος αντέδρασε σχετικά ήπια, για Άνθιμος, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι οι Έλληνες θα πράξουν αυτό που πρέπει.

Επιστρέφοντας στην Ιταλία, εννοείται ότι η αντίδραση του Βατικανού ήταν άμεση. Μίλησαν για αποξένωση της Ιταλίας από τις παραδοσιακές της αξίες, για εξαμερικανισμό της κουλτούρας τους, για τις κολοκύθες του Χάλογουϊν, καταλόγισαν στο Δικαστήριο πρόθεση να "τεθούν εν αμφιβόλω οι ρίζες από τις οποίες βλάστησαν τα Ανθρώπινα Δικαιώματα" και χαιρέτισαν την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης από το ιταλικό κράτος. Επίσης, ο γνωστός για την -στα όρια του μοναχισμού- εγκράτειά του κ. Σίλβιο Μπερλουσκόνι, στο ίδιο πνεύμα με τις δηλώσεις Καλαμίδα και των ανωτέρω Αρχιερέων, είπε ότι η απόφαση αυτή δεν σέβεται την πραγματικότητα και ότι ο ίδιος δεν τη θεωρεί δεσμευτική.


Ας σεβαστούν, επομένως, την πραγματικότητα οι Ιταλοί, οι Έλληνες κι όλοι οι υπόλοιποι χριστιανοί Ευρωπαίοι της πλειονότητας κι ας δεχθούν ότι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα γεννήθηκαν από το Χριστιανισμό, ότι ο σταυρός είναι σύμβολο της ανεξιθρησκείας, ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θέλει να τους κάνει αμερικανάκια, ότι ο γάιδαρος πετάει και γενικά ό,τι χρειάζεται για να παραμείνει ο Σίλβιο στην πρωθυπουργία, ο Πάπας στο Βατικανό, οι δικαστές στις έδρες, τα ποίμνια στους ποιμένες, ο θεός στον ουρανό κι ο σταυρός στις σχολικές αίθουσες.

Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα λοιπόν και όλα αυτά βέβαια, λίγο ή πολύ, έχουν χιλιοειπωθεί. Η ενέργεια όμως αυτή της κ. Λάουτσι να "χτυπήσει" το σύμβολο του Χριστιανισμού στην Ιταλία είναι εξαιρετικά τολμηρή και η επιτυχής μέχρι στιγμής έκβασή της ενισχύει την πίστη ότι θ' απαλλαγούμε σύντομα από κάθε λογής παρασιτιστικής διάθεσης θεσμούς. Απειλές τύπου "δικαιώματα έχει και η πλειονότητα" θα μπορούσαν ίσως να έχουν αποτέλεσμα μερικά χρόνια πριν, πλέον, ανεξαρτήτως του τι πιστεύει κανείς, είναι τόσο συχνά τα παραδείγματα, τόσο αμείλικτη η πραγματικότητα (όπως αυτή), που η ίδια η "πλειονότητα" έχει δώσει το θάρρος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να κάνει το καθήκον του, στον Πρόεδρο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας κ. Δ. Μπράτη να συμφωνεί και, αργά ή γρήγορα σε κάποιον γονιό να ανοίξει το δρόμο και στην Ελλάδα, υποβάλλοντας ένα παρόμοιο αίτημα στο διευθυντή του σχολείου του παιδιού του. Κι εάν η εκκλησία είχε στοιχειώδη αντανακλαστικά επιβίωσης, θα το είχε κάνει ήδη η ίδια.
Αλλά προφανώς, μωραίνει ο Kύριος ον βούλεται απωλέσαι.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Σε παγκόσμια πρώτη (το πολύ δεύτερη)


O Τζουνιχίρο Τανιζάκι γεννήθηκε το 1886 και πέθανε το 1965 στην Ιαπωνία, αναγνωρισμένος παγκόσμια ως ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες της χώρας του. Έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, δοκίμια και θεατρικά, κυρίως με θέμα το καταστροφικό ερωτικό πάθος και τη σεξουαλικότητα, αλλά και την περιγραφή της εξέλιξης της ιαπωνικής οικογένειας μέσα στη ρευστότητα του 20ού αιώνα και την αναζήτηση της πολιτιστικής της ταυτότητας, κατ' αντιδιαστολή με αυτήν της Δύσης.

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες γεννήθηκε στην Αργεντινή το 1899. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους Αργεντίνους λογοτέχνες, με παγκόσμια απήχηση. Έγραψε διηγήματα φαντασίας, δοκίμια και ποίηση. Πέθανε στη Γενεύη το 1986.

Ο Τανιζάκι ήταν γιος εύπορης αρχικά οικογένειας, που αργότερα αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Ο σεισμός στο Τόκυο το 1923 τον έκανε να αναθεωρήσει τη δυτικότροπη μέχρι τότε ζωή του και να στρέψει το ενδιαφέρον του στη μελέτη -και στον εξωραϊσμό- της ιαπωνικής παράδοσης και αισθητικής. Σε ένα δοκίμιο που έγραψε το 1933 αντιπαρέβαλε την ομορφιά των σκιών της Ιαπωνίας και τη λεπτότητα και τη διακριτικότητα της θεωρούμενης ως ιδανικής συμπεριφοράς των ανθρώπων της με την αισθητική του φωτός της Δύσης, με την ανάγκη της τελευταίας να λούζει το κάλλος στο φως, με το θορυβώδες της καθημερινότητάς της.

Το δοκίμιο αυτό ονόμασε “Το εγκώμιο της σκιάς”.


Ο Μπόρχες ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένος, χωρίς πάντως να διεκδικήσει ποτέ ρόλο ασυμβίβαστου και μαχητικού δημοκράτη. Το 1955 ανέλαβε Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αργεντινής, έχοντας ωστόσο χάσει την όρασή του. Σε ποιητική συλλογή που εξέδωσε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, γράφει (μεταφράζω από τα αγγλικά):

"Οι φίλοι μου δεν έχουν πρόσωπα
Οι γυναίκες είναι αυτό που ήταν και πριν χρόνια
Μια γωνιά ενός δρόμου θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη
Δεν υπάρχουν γράμματα στις σελίδες των βιβλίων.

Απ' τις γενιές των κειμένων της γης
Διάβασα μόνο λίγες
Αυτές που συνεχίζω να διαβάζω στη μνήμη μου
Διαβάζοντας και παραμορφώνοντάς τις.
Από το Νότο, την Ανατολή, τη Δύση και το Βορά
συγκλίνουν οι δρόμοι που με οδήγησαν στο μυστικό μου κέντρο.

Τώρα μπορώ να τους ξεχάσω.
Φτάνω το κέντρο μου,
την άλγεβρα και το κλειδί μου,
τον καθρέφτη μου.
Σύντομα θα ξέρω ποιός είμαι."

Το ποίημα αυτό, όπως και όλη η συλλογή, ονομάζεται “Το Εγκώμιο της Σκιάς”.


Στο google δεν βρήκα κάποια σελίδα που να αναφέρει μαζί το Μπόρχες και τον Τανιζάκι. Ούτε κάτι που να συνδέει άμεσα τους δύο λογοτέχνες. Τα δύο ομώνυμα έργα τους είναι σε εντελώς άλλο κλίμα, με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, γραμμένα υπό εντελώς διαφορετικές συγκυρίες, από διαφορετικούς ανθρώπους, σε διαφορετικά μέρη της γης και για διαφορετικούς λόγους. Κι εννοείται ότι ένας λογοτέχνης όπως ο Μπόρχες, αν ήθελε να συνδέσει το έργο του με αυτό του Τανιζάκι, θα καθιστούσε την πρόθεσή του σαφή. Επίσης, δεν πρέπει να είναι θέμα μετάφρασης ή απόδοσης του τίτλου, αφού, αν και δεν ξέρω ιαπωνικά, αυτός έχει μεταφραστεί στα αγγλικά με πανομοιότυπο τρόπο.


Και ξαφνικά, κάπου εκεί στις υποσημειώσεις και τις παραπομπές, να μια λεπτομέρεια που ενδεχομένως φωτίσει το μυστήριο. Λίγα μόνο χρόνια προτού πεθάνει, ο Μπόρχες παντρεύτηκε τη Μαρία Κοδάμα, Αργεντίνα συγγραφέα και μεταφράστρια, που γεννήθηκε το 1945 και σπούδασε Φιλολογία. Συντρόφευσε τον Μπόρχες σε αρκετά ταξίδια του, μεταξύ των οποίων και στην Κρήτη. Ο πατέρας της ήταν Ιάπωνας αρχιτέκτονας, που ζούσε στο Μπουένος Άιρες.


Μίλησε η Κοδάμα στον Μπόρχες για το βιβλίο του Τανιζάκι;
Δεν το έκανε ποτέ και απλώς πρόκειται για σύμπτωση;
Του μίλησε, το ξέχασε, αλλά κάπου στο βυθό της μνήμης του έμεινε ο τίτλος αυτός, τόσο παρήγορος για έναν τυφλό, και αναδύθηκε μαζί με τους παραπάνω στίχους;
Κάτι άλλο; Πολλά άλλα;
Άγνωστο.

Όπως άγνωστο είναι και πόσες άλλες εκδοχές του σκότους έχουν εμπνεύσει, πόσα άλλα εγκώμια σκιών έχουν γραφεί και θα γραφούν. Η Τέχνη, ως -εκτός των άλλων- διαχείριση του υποσυνειδήτου (ή ακόμα και του τυχαίου), εμπνέεται από τον εαυτό της και τον αναπαράγει ως εκδοχή του, σα fractal:
Η αποκάλυψη της ευρύτερης εικόνας είναι που εξηγεί το μέρος. Και, φυσικά, το αντίστροφο.