Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Μακρά και βραχέα

Ψάχνοντας καιρό τώρα ένα βιβλίο σχετικά με το πώς εξελίχθηκε η μορφή των γραμμάτων και των αριθμών, για το πώς δηλαδή διαμορφώθηκαν τα αλφάβητα και το σχήμα των συμβόλων τους, νόμιζα ότι το βρήκα στο «Οι Λέξεις και οι Αριθμοί» του Δημήτρη Ψυχογιού (Καστανιώτης, 2003), για το οποίο είχα διαβάσει κάποτε μια παρουσίαση στο «Βήμα». Το έψαξα σε 4-5 μεγάλα βιβλιοπωλεία, δεν υπήρχε σε κανένα, και αναγκαστικά το παρήγγειλα.
Πρώτη εντύπωση θετική, βλέποντας το εξώφυλλο ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνα. Δεύτερη εντύπωση αρνητική, στο εσώφυλλο ο συγγραφέας αναφέρει για τον εαυτό του ότι
«γνωρίζει ανάγνωση, γραφή, λίγη αριθμητική». Καταπίνω την έμπλεη σπουδαιοφάνειας κενολογία και προχωρώ.
Στον πρόλογο τίθενται ενδιαφέροντα ερωτήματα, όπως αν το αλφάβητο επινοήθηκε για τις ανάγκες των ποιητών ή γι’ αυτές των εμπόρων, ή ακόμα γιατί υπάρχουν το «Ξ» και το «Ψ», αφού μπορούμε να τα γράφουμε ως «ΚΣ» και «ΠΣ». Νομίζω όλοι οι μαθητές της ελληνικής έχουν κάποια στιγμή αυτή την τελευταία απορία και η απάντηση που δίδεται ήδη από την αρχή είναι ότι αυτά τα δύο γράμματα προστέθηκαν όχι για να αποδώσουν γλωσσικούς φθόγγους, αλλά προκειμένου το ιωνικό αλφάβητο, που αποτέλεσε τη βάση του σύγχρονου ελληνικού, να αποτελέσει ταυτόχρονα και σύστημα αρίθμησης!
Εδώ είμαστε, λέω.
Στη συνέχεια, η ιστορική εξέλιξη των συστημάτων γραφής, με πολύ ωραίες συνδυαστικές αναφορές στη συχνότητα των γραμμάτων και στο μέτρο των ομηρικών επών, στην οικονομία των φωνηέντων, στα ξεχασμένα «δίγαμμα», «κόππα» και «σαμπί», στη διαπίστωση ανορθογραφιών ή λαθών σε επιγραφές, στη χρήση του «h» κ.α.
Μετά, όμως, ακολουθούν αρκετές σελίδες που αναλίσκονται στον τρόπο γραφής αριθμών με το ελληνικό αλφάβητο και στις τεχνικές πρόσθεσης και πολλαπλασιασμού. Ίσως ακούγεται ενδιαφέρον, αλλά τελικά δεν είναι, κυρίως επειδή για να το παρακολουθήσει κανείς χρειάζεται να επαληθεύει πρακτικά τα όσα διαβάζει, κάτι που είναι και δύσκολο και χρονοβόρο. Αν, πάντως, κάποιος είναι μαθηματικός και ενδιαφέρεται για την εξέλιξη των βασικών πράξεων στο αριθμητικό σύστημα των γραμματικών ψηφίων, ενδεχομένως να του είναι πιο εύκολο να κατανοήσει το συγκεκριμένο σημείο και, ίσως, να το βρει συναρπαστικό.
Κατόπιν, λοιπόν, πλήθους υπολογισμών, κανόνων, εξαιρέσεων και ορισμών, φτάνουμε τελικά στον επίλογο, δηλαδή στα συμπεράσματα, όπου βρήκα, τελικά, μεταξύ άλλων και μια παράγραφο που σχετίζεται με το λόγο για τον οποίο διάβασα το βιβλίο:
«Το αλφάδι έχει τη μορφή του Α ακριβώς, από την αρχή των αρχαίων Φαραώ. Τα σχήματα των Β, Γ, Δ, Ε και F ανάγονται εύκολα σε διάφορα οικοδομικά εργαλεία, μπορεί να τα διακρίνει κανείς κοιτώντας τα εργαλεία αυτά, έστω κι αν δεν διαθέτει τη φαντασία των ισοψηφιστών». Και λίγο παρακάτω καταλήγει: «η γραμματική και η γλωσσολογία δεν είναι οι μόνοι (και ίσως όχι οι καλύτεροι) οδηγοί για να μελετήσουμε την εμφάνιση και την εξέλιξη του αλφαβήτου και των άλλων συστημάτων γραφής. Αυτό θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της ευρύτερης σημειωτικής της γραφής, υπό την έννοια της γενικότερης διαδικασίας παραγωγής γραπτών σημείων που «αναπαριστούν» όχι πράγματα, όπως οι ζωγραφικές αναπαραστάσεις, αλλά έννοιες –δηλαδή και όσα κατανοούμε, αλλά δεν τα αισθανόμαστε, δεν τα βλέπουμε, δεν τα ακούμε∙ άρα τον ανθρώπινο Λόγο γενικά και όχι ειδικά την ανθρώπινη ομιλία».

Μου φαίνονται κάπως αντιφατικές μεταξύ τους οι παραπάνω θέσεις, αλλά ο συγγραφέας, αν εξαιρέσουμε το ζήτημα των 27 γραμμάτων, δεν υποστηρίζει ευθέως ότι έχει βρει την απάντηση στο πλήθος των άλλων ερωτημάτων που ο ίδιος θέτει, πόσο μάλλον στα δικά μου. Η εργασία «Οι Λέξεις και οι Αριθμοί» είναι περισσότερο μια καλή αρχή να ξεκινήσει κανείς να ψάχνει το θέμα, η βιβλιογραφία άλλωστε που παρατίθεται είναι ιδιαίτερα πλούσια, παρά μια απάντηση στο, απλουστευτικό ίσως, ερώτημα για το πώς διαμορφώθηκε το σχήμα των γραμμάτων και των αριθμών.
Στο βιβλίο υπάρχουν πολύ ενδιαφέροντες πίνακες στους οποίους παρατίθεται η εξέλιξη διαφόρων συμβόλων γραφής και αρίθμησης σε πολλές γλώσσες (και πολιτισμούς), ενώ σε γενικές γραμμές ο αναγνώστης θα πρέπει να έχει τουλάχιστον βασικές γνώσεις γραμματικής και συντακτικού της αρχαίας ελληνικής, ώστε να μην πελαγώσει εντελώς.


Δ

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

Οι αλήθειες των άλλων

Οι αλήθειες των άλλων 1
Ερώτηση: Τι είναι αυτό που βρίσκεται στο Ηράκλειο της Κρήτης, είναι πράσινο και αρχίζει από Ζ;
Απάντηση: Το ζήπεδο του ΟΦΗ!
Το χαριτωμένο αυτό ανέκδοτο (με το οποίο κοροϊδεύουν την προφορά των Κρητικών, αφού δε μπορούν να ξεχωρίσουν το παχύ γη από το ζη, ή δεν βοηθάει το ελληνικό αλφάβητο, τέλος πάντων) μου θύμισε ο Νίκος Θέμελης. Αντιγράφω από την σελίδα 134 του τελευταίου του βιβλίου:
«Εσείς τι είσθε;» ρώτησε και πάλι στα ελληνικά, ίσως με κάποιο δισταγμό.
«Κρητιτσοί», απάντησε με έναν αναστεναγμό ο νιόφερτος.
«Κρητιτσοί;» αναφώνησε έκπληκτος ο κυρ Μανόλης.
«Γιάντα, τζάνεμ… Κρητιτσοί από την Κρήτη!»
«Ώστε έτσι… Κρητιτσοί από την Κρήτη…» ψέλλισε σαν χαμένος ο κυρ Μανόλης και το πιγούνι του άρχισε να τρεμοπαίζει.

Σχόλιο: Γεμάτο μικρασιάτικα και τούρκικα το βιβλίο, μόνο τα κρητικά είχε την ατυχή έμπνευση να γράψει με …προφορά ο συγγραφέας! Και εκτέθηκε.

Οι αλήθειες των άλλων 2
Ερώτηση: Μιλούν οι μαϊμούδες; (κατά το «πετά ο γάιδαρος;»)
Την απάντηση εδώ θα την βρείτε στην σελίδα 161 του ίδιου βιβλίου, την οποία και σας αντιγράφω για να μην τρέχετε:
… Παραδίπλα έπαιζε μια μαϊμού δεμένη από τον λαιμό με σπάγκο, έκανε γκριμάτσες στους περαστικούς και συνέχεια ξυνόταν. Ο κυρ Μανόλης την πλησίασε, έσκυψε ελαφρά και τη ρώτησε:
«Μωρή, μπας κι είσαι κι εσύ κρητιτσιά;»
Και η μαϊμού του απάντησε:
«Όχι, εφέντη, εγώ είμαι Τουρκάλα».

Σημείωση: Δεν γράφει παιδικά βιβλία ο Θέμελης. Σε μεγάλους απευθύνεται!


Οι αλήθειες των άλλων 3
Είναι εξαιρετικό βιβλίο παρόλα αυτά. Θίγει σημαντικά θέματα. Και μόνο που σε οδηγεί να σκεφτείς και τις αλήθειες των άλλων φτάνει. Αν δεν ήταν, μάλιστα, τόσο περιγραφολάγνος ο συγγραφέας του, αν είχε 400 αντί 500 σελίδες, θα ήταν καλύτερο και θα το σύστηνα χωρίς επιφύλαξη. Και έτσι, όμως, αξίζει να το διαβάσετε και να πάρετε μέρος στην διαμάχη «ανάμεσα στους Άγγλους και στους Έλληνες ιστορικούς γύρω από το ζήτημα της αέναης συνέχειας του Ελληνισμού.», στο μεγάλο θέμα – κατ’ επέκτασιν – της ουδέτερης ιστορίας.

Αν το έχετε διαβάσει πολύ θα ήθελα να το συζητήσουμε.


Κριτικός

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

Ο επιστήμων

Σχολιάζοντας την πρόσφατη και αρκούντως εξευτελιστική για τις Φυλακές Κορυδαλλού και το ίδιο το κράτος δραπέτευση των Παλαιοκώστα και Ριτζάι, ο Λάκης Λαζόπουλος είπε μεταξύ άλλων τα εξής:
Μα πώς θα μπορούσε να ανοίξει πυρ κατά του ελικοπτέρου ο φρουρός; Κι αν σκότωνε κανέναν; Η δραπέτευση είναι πλημμέλημα και ως γνωστόν τα πλημμελήματα δεν τιμωρούνται με θάνατο, αλλά με φυλάκιση! Πώς να μετατρέψει αυτόματα ο φρουρός το πλημμέλημα σε κακούργημα; Αφήστε δε που ούτε για τα κακουργήματα προβλέπεται θανατική ποινή!

Μάλιστα...
Προσθέτω λοιπόν:
Άρα, τι τα θέλουν τα όπλα οι φρουροί; Αφού η θανατική ποινή έχει καταργηθεί στην Ελλάδα και μας έμεινε η κάθειρξη, ας τους έχουμε άοπλους. Αλλιώς, τι; Να ρισκάρουμε την κατάρρευση του σωφρονιστικού συστήματος και της ίδιας της δικαιοσύνης; Αφήστε που έτσι θα προστατεύσουμε και τους ίδιους τους φρουρούς, που, αν σκοτώσουν κανέναν, θα βρουν το μπελά τους. Ας επανέλθει, δηλαδή, βρε αδερφέ πρώτα η θανατική ποινή και τότε μάλιστα! Θα μοιράσουμε καραμπίνες στους φρουρούς να πυροβολούν κατά κρίση, βούληση και συνείδηση, χωρίς το φόβο ότι θα μετατρέψουν το πλημμέλημα σε κακούργημα.
Επίσης, μια και τη δικαιοσύνη θα την αποδίδουν οι φρουροί, θα πρέπει να γνωρίζουν απταίστως και τον Ποινικό Κώδικα. Με το που αντιλαμβάνονται την τέλεση ενός αδικήματος, θα μπορούν σε κλάσματα δευτερολέπτου να διαπιστώνουν το είδος της παράβασης, τη βαρύτητά της, τις ειδικότερες περιστάσεις, τα ελαφρυντικά και τα επιβαρυντικά στοιχεία, τη συρροή με άλλα αδικήματα, να ενημερώνονται για το ποινικό μητρώο του δράστη, να συλλέγουν και να αξιολογούν το αποδεικτικό υλικό και να επιβάλλουν ασκαρδαμυκτί την ποινή που προβλέπει ο νόμος. Κομπλέ! (το μόνο που χρειάζεται να έχουν μαζί τους θα είναι ένα ζευγάρι χειροπέδες για τους δύσκολους και μια φορητή ταμειακή μηχανή για τα πρόστιμα). Καλό δεν ακούγεται; Τι τα θέλουμε τα Δικαστήρια; Πρόεδροι, πάρεδροι, παραπάρεδροι, εισαγγελείς, δικηγόροι, ανακριτές, γραμματείς, φαρισαίοι, χαρτούρα, μανούρα, δικογραφίες, έξοδα, ωχ αδερφέ… Αφού έχουμε φρουρούς. Μια χαρά δεν τα πήγαν κι ο Robocop με τον Judge Dredd; Instant Justice! Just add water!

Αυτό είναι το πρώτο δεδομένο. Το δεύτερο είναι ότι ο Λαζόπουλος, λόγω του αναμφισβήτητου ταλέντου στη σάτιρα και της αποδοχής που έχει κερδίσει από αυτό, έχει αποκτήσει παράλληλα την αναίδεια να λέει ό,τι του καπνίσει, ό,τι κάτσει κι ό,τι γυαλίσει, απευθυνόμενος σε ένα ακροατήριο επιδεκτικό οποιουδήποτε ευτελούς και ανέξοδου εντυπωσιασμού. Πέραν της εμφανούς και προσωπικής του εμπάθειας απέναντι σε κάποιους και της σταθερής εύνοιας απέναντι σε άλλους (κάτι που είναι δικαίωμά του, βεβαίως, άλλο αν περιφέρεται με την προβιά του αγνού «λαϊκού ανθρώπου»), σε κάθε του σχεδόν δημόσια εμφάνιση μας αποδεικνύει ότι τα όριά του είναι εκεί ακριβώς: στο φυσικό του ταλέντο στη σάτιρα της καθημερινότητας και στην ανάδειξη της κωμικής ματιάς των κοινωνικών φαινομένων. Όταν επιχειρεί να εκφέρει πολιτικό λόγο, αδυνατεί να υποστηρίξει τις, ούτως ή άλλως, αβασάνιστες σκέψεις που εκφράζει, γίνεται λαϊκιστής και το ξέρει. Μια καρικατούρα του εαυτού του, με προφανή ένδεια πειστικού λόγου και χωρίς καλή προαίρεση.

Τέλος, ενδιαφέρον είναι να θυμηθούμε ότι ο Λάκης είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Και καλά, θα πει κανείς, μπορεί να μην του άρεσε το Ποινικό Δίκαιο και η Εγκληματολογία. Ακόμη πιο ενδαφέρον, επομένως, είναι να συμπληρώσουμε ότι σύμφωνα με το βιογραφικό του σημείωμα, όπως αυτό δημοσιεύεται στο site του, έχει κάνει μεταπτυχιακό στο Ποινικό Δίκαιο και στην Εγκληματολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Δ

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

By jingo!

"Ο πατριωτισμός είναι ο καθημερινός εθνικισμός που αυτοθαυμάζεται, καλλιεργώντας τη φαντασίωση ότι είναι επαρκώς άκακος ώστε να διαφέρει ουσιαστικά από την ακροδεξιά εκδοχή του."
Η διαύγεια της έκφρασης αυτής στην εισαγωγή του βιβλίου της Σώτης Τριανταφύλλου και του Ηλία Ιωακείμογλου "Για τη Σημαία και το Έθνος" (Μελάνι, 2007) είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς η κοινωνιολογία -ή ακόμη και η σύγχρονη φιλοσοφία- μπορεί να γίνει προσιτή, ίσως και θελτκική, στον αναγνώστη που διαθέτει ένα μέσο ανοιχτό μυαλό (με το "μέσο" να προσδιορίζει και το "ανοιχτό", εκτός από το "μυαλό").
Πρόκειται για ένα βιβλίο σε γενικές γραμμές εξαιρετικά ευανάγνωστο και σαφές στην έκφραση, στην επιχειρηματολογία και στην τοποθέτηση απέναντι στο αντικείμενό του, που φροντίζει να μην αφήνει αναπάντητες τις περισσότερες από τις ερωτήσεις ή ακόμα και τις αντιρρήσεις που γεννώνται στον αναγνώστη.
Οι συγγραφείς δεν αρκούνται σε ισχυρισμούς και εύκολες γενικότητες, αλλά επιχειρούν καλόπιστα να αποδείξουν, να πείσουν δια της λογικής και να περιγράψουν τη βαθύτερη ουσία κοινών για τους Έλληνες γεγονότων και εμπειριών.
Φαίνεται, επίσης, ότι αγαπούν την ενασχόληση με το θέμα αυτό, ανησυχούν για το πώς εκλαμβάνουν και αναπαράγουν οι άνθρωποι τις έννοιες του έθνους και της σημαίας, για το πώς τα προβλήματα που γεννούν δεν είναι απομονωμένα, αλλά αποκτούν επιπλοκές και συνδέονται άμεσα και πραγματικά με πλήθος άλλων κοινωνικών αγκυλώσεων, στην Ελλάδα και αλλού. Αυτό φαίνεται τόσο από δείγματα όπως αυτό που αναφέρω πιο πάνω, η λεπτή ειρωνία και η ακρίβεια του οποίου προδίδουν τα συναισθήματα των συντακτών, όσο και από το γεγονός ότι λένε τα πράγματα με το όνομά τους, αναφερόμενοι συχνά ευθέως σε παρατάξεις και πρόσωπα, είτε αυτά προέρχονται από την ακροδεξιά είτε από τον "αριστερό" εθνικισμό. Η ευθύτητα αυτή και η τόλμη είναι γοητευτική.
Πέρων τούτου, το δοκίμιο αυτό είναι μικρό και περιεκτικό, ό,τι πρέπει για να αποτελέσει εγχειρίδιο σύνταξης θέσεων ενός σύγχρονου προοδευτικού πολιτικού κόμματος. Παρ' ότι το θάρρος της γνώμης απαιτεί επίγνωση της δυσκολίας του πρώτου βήματος και των αναπόφευκτων μελλοντικών λαθών, ένας πολιτικός που διακρίνεται από ουσιαστική δημοκρατική παιδεία και ζήλο να ξεφύγει από την απραξία και να βοηθήσει στην αναδόμηση της κοινωνίας, οφείλει να παραδειγματιστεί, μεταξύ άλλων, και από τις αφετηρίες και το απροκατάληπτο των σκέψεων των συγγραφέων. Μπορεί κανείς να διαφωνήσει με κάποιες λεπτομέρειες, αλλά πιστεύω θα το βρει οπωσδήποτε ευχάριστο και χρήσιμο, ώστε την επόμενη φορά που θα ακούσει έναν εθνικό ύμνο, ακόμα και κατά την τελετή επίδοσης ενός μεταλίου σε Ολυμπιακούς Αγώνες, να παραπεμφθεί αυτόματα και σε ένα τραγουδάκι που ακουγόταν στις ταβέρνες της Αγγλίας τη δεκαετία του 1870:
"We don't want to fight
but, by jingo, if we do,
we've got the ships,
we've got the men,
we've got the money too".


Δ

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Tο ναυάγιο των προφανών

Πριν από μερικούς μήνες είχα πάει στο Μέγαρο Μουσικής για μια διάλεξη του Denis Guedj, Μαθηματικού και Καθηγητή Ιστορίας και Επιστημολογίας στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, με θέμα τη σχέση επιστήμης και λογοτεχνίας. Ο λόγος που με έκανε να ξεκουβαληθώ ήταν το "Θεώρημα του Παπαγάλου" (Πόλις, 1999), βιβλίο του Guedj με μεγάλη παγκόσμια επιτυχία και που είχα την τύχη να διαβάσω μερικά χρόνια πριν. Αν και ο Guedj έχει γράψει αρκετά βιβλία, τα περισσότερα εκ των οποίων είναι ιδιαίτερα δημοφιλή, οι περισσότεροι στην αίθουσα είμασταν εκεί μόνο λόγω του "Παπαγάλου".
Ανέβηκε ο άνθρωπος στο βήμα και αφού είπε ό,τι είχε να πει, πρότεινε να δεχθεί ερωτήσεις, καθώς και να γίνει συζήτηση σχετικά με το γιατί έχουν τελευταία αξιοσημείωτη εμπορική επιτυχία τα βιβλία που ασχολούνται με την ιστορία της επιστήμης και αυτά που εντάσσονται στην, αν όχι νεότευκτη, πάντως σίγουρα ευπώλητη κατηγορία της "εκλαϊκευμένης επιστήμης". Εννοείται ότι ο Guedj μιλούσε στα γαλλικά και υπήρχε μεταφραστής.
Σήκωσαν διάφοροι το χέρι τους, έκαναν τα σχόλιά τους, απαντούσε ο καθηγητής. Σε μια από τις απαντήσεις του, αναφέρθηκε στον Ερατοσθένη, που, κάνοντας ένα ταξίδι από την την αυλή του Πτολεμαίου του Φιλοπάτορος στην Αλεξάνδρεια, κατά μήκος του Νείλου και μέχρι τις πηγές του, μέτρησε για πρώτη φορά την περίμετρο της γης. Περιγράφοντας την ιδιοφυία του Ερατοσθένη ο Guedj αναφέρθηκε, φυσικά, πολλές φορές στη "στρογγυλή γη", κατ' αντιδιαστολή με την "επίπεδη". Σηκώνει λοιπόν το χέρι του ένας μπάρμπας και λέει:
"Είμαι συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών μέσης εκπαίδευσης, άκουσα αυτά που είπατε, αλλά κάνατε ένα λάθος που αναρωτιέμαι πώς έγινε από έναν καθηγητή πανεπιστημίου. Δηλώσατε ότι η γη είναι στρογγυλή, ενώ όλοι γνωρίζουμε ότι είναι σφαιρική. Ευχαριστώ πολύ και συγχαρητήρια."
Παρ' ότι ο Guedj είχε το χιούμορ να απαντήσει άμεσα λέγοντας
"σας ευχαριστώ κι εγώ για τα συγχαρητήρια", αισθάνθηκα άσχημα. Σκέφτηκα να πάρω το λόγο και να πω κάτι, αλλά, μια και ντράπηκα εκείνη την ώρα, θα το πω τώρα: Αυτή είναι η απάντηση στο ερώτημα του Guedj ως προς το λόγο που έχουν επιτυχία τα βιβλία της "εκλαϊκευμένης επιστήμης": Η ανεπάρκεια των καθηγητών, του εν γένει εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και η συγκλονιστική αποτυχία των Πανεπιστημίων να παράγουν σωστούς δασκάλους, κάθε βαθμίδας. Δεν είναι τυχαίο, δηλαδή, που τα βιβλία του ίδιου του Guedj, για παράδειγμα, έχουν αναλογικά (ίσως και σε απόλυτους αριθμούς) μεγαλύτερη επιτυχία στην Ελλάδα απ' ό,τι στη Γαλλία.
Οι άνθρωποι φύσει ορέγονται του ειδέναι, όπως είπε ο Αριστοτέλης, και, όταν οι σχολικές τους εμπειρίες είναι ουσιαστικά κενές ερεθισμάτων δημιουργικής σκέψης, αναζητούν μόνοι τους υποκατάστατα. Κι όσοι τα βρίσκουν στα βιβλία είναι τυχεροί. Άλλοι δεν γνωρίζουν καν την έλλειψή τους αυτή κι έρμαιοι της μοίρας τους αναπαράγουν ό,τι έμαθαν, άκριτα, άβουλα και μηχανικά.
Μετά τη διάλεξη αγόρασα το βιβλίο του Guedj "Το δωρεάν δεν αξίζει πλέον τίποτα" (Κέδρος, 2007), με ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα στη Μαρίζα, που ελπίζω όταν μεγαλώσει να τη δει και να χαρεί. Το βιβλίο είναι ανθολογία άρθρων του συγγραφέα στη Libération, που δημοσιεύτηκαν από το 1994 μέχρι το 1997 και σχολιάζουν την επικαιρότητα, με μαθηματικές, ωστόσο, αναφορές. Θαύμασα την ικανότητα του Guedj να ξεκινάει από μια παρατήρηση της ειδησεογραφίας της ημέρας, συνήθως με θέμα που δείχνει άνθρωπο κοινωνικά ευαίσθητο και (ας μου επιτραπεί η έκφραση παρ' ό,τι κλισέ και παρ' ό,τι δεν γνωρίζω τις πολιτικές του απόψεις) αληθινό αριστερό, μετά να παραθέτει μια περιγραφή ενός χρονικού της εξέλιξης της μαθηματικής επιστήμης και στο τέλος, να συνδυάζει αυτά τα δύο σε ένα συμπέρασμα που, από μόνο του, είναι ο πιο επαναστατικός τρόπος καθημερινής σκέψης που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Θα δώσω δυο παραδείγματα:
Δεκέμβριος 1994, επ' αφορμή πολιτικών εξελίξεων στον κεντρώο πολιτικό χώρο της Γαλλίας και εξεγέρσεων στις φυλακές:
"...
Το κέντρο: Από το υπερπλήρες στο κενό
Από καταβολής κόσμου, διαρκώς εκκένωναν το κέντρο από εκείνους που επιχειρούσαν να κάνουν κατάληψη σε αυτό. Μια ιστορία της γνώσης θα μπορούσε να γραφτεί υπό τύπον αφήγησης με θέμα τις διαδοχικές εξώσεις των ανεπιθύμητων ενοικιαστών του κέντρου. Ο Θεός εκδιώχθηκε από το κέντρο του όλου, ο άνθρωπος από το κέντρο της δημιουργίας∙ η γη εξορίσθηκε από το κέντρο του σύμπαντος, προς όφελος, για ένα μικρό διάστημα, του ήλιου, ο οποίος με τη σειρά του αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει.
Σε τελική ανάλυση, το κέντρο είναι άδειο! Είναι ένας μη τόπος που υπάρχει μόνο για να κρατά σε απόσταση, διατηρώντας τις ίσες αποστάσεις. Μέσα στο μάτι του κυκλώνα βασιλεύει μια πλήρης ακινησία...
...

Κέντρο, από το ελληνικό "κεντώ"
...
Πράγματι, το σημαντικότερο μάθημα που μας διδάσκει το κέντρο είναι ακριβώς αυτό: πώς να είμαστε εντός χωρίς ωστόσο να "ανήκουμε"; Πώς να "βρισκόμαστε στο εσωτερικό", αλλά χωρίς να "αποτελούμε μέρος"; Διότι το κέντρο, αν και το περιβάλλει από παντού ο κύκλος τον οποίο γέννησε, το ίδιο δεν αποτελεί μέρος του. Θυμόμαστε ότι ο κύκλος ορίζεται ως το σύνολο των σημείων του επιπέδου τα οποία ισαπέχουν από ένα σταθερό σημείο του επιπέδου, το οποίο ονομάζεται κέντρο.
Τι πιο "κεντρικό" από το ίδιο το κέντρο, και συνάμα τι πιο ξένο;
..."

Σεπτέμβριος 1996, επ' αφορμή ρατσιστικού σχολίου του Λεπέν.
"...
Η αηδία των προφανών
"Πιστεύω στην ανισότητα των φυλών∙ ναι, βεβαίως, είναι προφανές. Όλη η Ιστορία το αποδεικνύει.", συνεχίζει ο Λεπέν. Αυτό που έχει αποδείξει η Ιστορία είναι ότι κάθε φορά που κάποιος είπε "είναι προφανές", είπε μαλακία. Και να που αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά. Αντιθέτως, η σκέψη και οι "πολιτισμοί" προόδευσαν αποδεικνύοντας το αντίθετο από αυτό που θεωρούσαν προφανές οι αλαζόνες βλάκες. Το ότι δεν υπάρχουν φυλές και το ότι υπάρχει ένα μόνο ανθρώπινο είδος με στενοχωρεί: ανήκω στο ίδιο είδος με τον Λεπέν!
..."

Όπως, λοιπόν, μας λέει ο Guedj, η "ισότητα", αν και θεμελιώδης σχέση των μαθηματικών, στην πράξη δεν είναι και τόσο "προφανής", πόσο μάλλον η αντιστροφή της σχέσης των όρων της. Δηλαδή αν α=β, ας μη βιαστούμε να υποστηρίξουμε ότι και β=α (όταν, άλλωστε, γράφουμε x=2, το κάνουμε για να πούμε πράγματα για το x, όχι για το 2). Το ποτάμι που ρέει κυλά ανάμεσα στις όχθες του συμβόλου ίσον είναι ακόμη άδηλο.


Δ

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

Λάλι Τζαν

Τι "μια ωραία πεταλούδα", τι "χαρωπά τα δυο μου χέρια τα χτυπώ", τι "αχ κουνελάκι" και λοιπά ημίμετρα...
Η κόρη μου, 18 μηνών, μερακλώνει με το "Layli Djan".
Και είναι κρίμα που δεν καταλαβαίνω τους στίχους, γιατί δεν ξέρω αφγανικά. Το λέει η Μαρία Κώτη στο τελευταίο CD των Χαΐνηδων "Η Κάθοδος των Σαλτιμπάγκων" σε ηχογράφηση κοινής συναυλίας τους με τους Mode Plagal.
Όποιος ξέρει τη γλώσσα, ή όποιος ξέρει κανένα Χαΐνη, ας με βοηθήσει.

Συζητούσαμε προχθές με την Άννα στο δρόμο για τη δουλειά και λέγαμε ότι τη Μαρία Κώτη την ξέρουμε όσοι ξέρουμε και αγαπάμε τους Χαΐνηδες, όχι πολλοί περισσότεροι. Όχι ότι είμαστε λίγοι, ίσα-ίσα. Αλλά πώς είναι όταν πηγαίνεις μόνος σε ένα ωραίο μέρος και εύχεσαι να ήταν και οι φίλοι σου μαζί; Έτσι νοιώθω την ανάγκη να μοιραστώ με άλλους, φίλους ή γνωστούς, το πώς η φωνή της Μαρίας Κώτη ακουμπάει την ψυχή, είτε τραγουδάει τη Μεντηλέν είτε τη Σελένα. Σου δίνει την εντύπωση ότι χειρίζεται μια ανεπαίσθητη βραχνάδα που έχει κατά βούληση. Άλλοτε την αφήνει να βγει στην επιφάνεια κι άλλοτε τη μαζεύει για να βγει μια χροιά πιο καθαρή και αυστηρή, μα εξίσου θηλυκή.
Ίσως να υστερεί σε αυτό που λέμε "αναγνωρισιμότητα", αλλά κερδίζει έτσι σε οικειότητα και αυτό είναι που σε αγγίζει, ο τρόπος που ερμηνεύει δείχνει άνθρωπο με πάθος, με καρδιά και, φυσικά, για όσους ξέρουν μουσική, με φυσικό ταλέντο. Αν είχε χρώμα η φωνή της θα ήταν σκούρο κόκκινο, πώς να το πω...
Με μια διαφορετική μουσική βιομηχανία, ίσως όλοι οι γνωστοί τραγουδιστές να ήταν τόσο συγκινητικοί όσο η Μαρία η Κώτη.

Η κοπέλα αυτή συμμετέχει και στις Σανάδες, μια 9μελή γυναικεία χορωδία, που στο CD λένε το βουλγάρικο "Ergen Deda". Ως προς το CD συνολικά, έχω την εντύπωση ότι η "Κάθοδος των Σαλτιμπάγκων", βγήκε για να βγει. Κι όχι γιατί γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι κατ' εμέ δευτερεύοντες Mode Plagal, οι οποίοι αν και έχουν καλές ιδέες και προθέσεις μάλλον τους λείπει η έμπνευση στην εκτέλεση, αλλά γιατί σχεδόν όλα τα τραγούδια των Χαΐνηδων υπάρχουν σε πολύ καλύτερες εκτελέσεις σε προηγούμενα "στουντιακά" τους CD.

Ευχαριστώ, λοιπόν, τους Σαλτιμπάγκους για το Layli Djan και το Ergen Deda, αλλά όπως κατέβηκαν, έτσι ν' ανέβουν. Περιμένω το επόμενο.

Όπα!

Layli layli layli djan djan djan
Dele ma kardi wayran
Da i queslaq namadi way way
Dele ma kardi wayran.

Az bala baran amad yarem ba dalan amad
Yak bosa talab kadom way way
Casmes ba giryan amad.

Layli layli layli djan djan djan
Dele ma kardi wayran
Da i queslaq namadi way way
Dele ma kardi wayran.


Δ

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Η Φυτική Μνήμη

… δηλαδή τα βιβλία. Το βιβλίο του Umberto Eco «Αναμνήσεις επί χάρτου – Κείμενα για τη βιβλιοφιλία» (εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2007) ξεκινάει εντυπωσιακά, με ένα πολύ ωραίο κείμενο μιας διάλεξης που έδωσε ο συγγραφέας το Νοέμβριο του 1991 στο Μιλάνο. Το αντικείμενό της είναι η συλλογική μνήμη, όπως διατηρήθηκε και διαδόθηκε μέσω των βιβλίων. «Οι σημερινοί γέροι της φυλής είναι τα βιβλία», λέει και, με το γνωστό του ύφος, υπενθυμίζει το αυτονόητο και το τετριμμένο με τρόπο, όμως, που να ζηλεύεις που δεν το σκέφτηκες εσύ. Καταλήγει δε με μια συμβουλή: «Αν η εμπειρία του βιβλίου ακόμη σας τρομάζει, αρχίστε άφοβα να διαβάζετε βιβλία στην τουαλέτα. Θα ανακαλύψετε ότι κι εσείς έχετε ψυχή.»
Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχει αναγνώστης του Eco που, σε οποιοδήποτε βιβλίο του, δεν έχει μπει στον πειρασμό να πηδήξει χωρίς τύψεις 1-2 παραγράφους στα σημεία που αρχίζει να φλυαρεί ακατάσχετα, να παραθέτει (άγνωστα ως επί το πλείστον) ονόματα και τίτλους, να αραδιάζει πληροφορίες που θα ήταν χρήσιμες μόνο σε εξειδικευμένους ερευνητές και γενικά να γράφει στα παλιά του τα παπούτσια τη ροή του κειμένου και να επιδίδεται στη γνωστή αυτή αντιπαθητική επίδειξη γνώσεων, τις οποίες, φυσικά, ουδείς αναγνώστης ελέγχει. Δεν αμφιβάλλω ότι δεν επιδέχεται αμφισβήτησης η ακαδημαϊκή του κατάρτιση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι, κατά την καθομιλουμένη, και φαφλατάς.
Κι εκεί που αρχίζεις να βρίζεις κι αυτόν και τους Ιταλούς, πώς τα καταφέρνει και σου τα γυρίζει και σου βάζει εμβόλιμα τόσο ενδιαφέροντα κομμάτια κειμένου, ενίοτε και διασκεδαστικά, που σε κάνουν να θες να γυρίσεις πίσω, να κάνεις την αγγαρεία να διαβάσεις αυτά που προσπέρασες, μήπως πετύχεις μέσα κάτι εξίσου ωραίο. Ο κόπος βέβαια είναι συνήθως μάταιος.
Το βιβλίο φυσικά δεν είναι άρθρο εφημερίδας. Δεν σκοπεύει μόνο στην ενημέρωση, αλλά και στην τέρψη. Τη λογοτεχνική ή την πνευματική. Ίσως, επομένως, να είναι άδικη η κριτική να περιμένει κανείς από το συγγραφέα, και ειδικά τον Eco, να περικόψει τα περιττά, αλλά από την άλλη είναι απορίας άξιο που δεν μπαίνει καν στον κόπο να μεταφράσει κάποια αποσπάσματα λατινικών κειμένων που έχει παραθέσει, μερικά εκ των οποίων δεν είναι και μικρά. Η υπεροψία της ιντελιγκέντσιας ή το ιδιόρρυθμο του συγγραφέα; Μάλλον και τα δύο, αν κρίνω και από το πρόχειρα χειμαρρώδες μερικές φορές ύφος του, σαν να έχει μαζέψει ό,τι πληροφορία θέλει να μεταδώσει σε ένα κουβά και να στον αδειάζει μπροστά σου, χύμα. Ούτε πρόλογος, ούτε επίλογος, ούτε ιεράρχηση των θεμάτων, σαν να λέει «αυτά έχω κι άμα σ’ αρέσουν». Και συνήθως σ’ αρέσουν! Όχι μόνο επειδή πραγματεύεται θέματα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, αλλά γιατί βάζει σε κίνηση το μυαλό του αναγνώστη, κάνοντάς το να αναρωτηθεί ακόμη και αν είναι τελικά αναγκαίος ο πρόλογος, ο επίλογος και η ιεράρχηση των θεμάτων κ.ο.κ.
Προσωπικά δεν έχω διαβάσει άλλο βιβλίο σχετικά με τη βιβλιοφιλία ή τη βιβλιομανία και, μετά από αυτό, μάλλον δεν πρόκειται. Σίγουρα πάντως θα ξαναδιαβάσω Eco και μάλλον με την ίδια εναλλαγή συναισθημάτων.
Έχω δε την εντύπωση ότι, όπως μετά τις "Έξι Περιπλανήσεις στο Δάσος της Αφήγησης" (Umberto Eco, Ελληνικά Γραμματα 1994), βιβλίο που ασχολείται με τους τρόπους αφήγησης αλλά και ανάγνωσης, το οποίο νομίζω ότι με έχει σημαδέψει ως αναγνώστη καθώς επανέρχεται στο μυαλό μου συχνά-πυκνά (ειδικά τα κεφάλαια "Τα Δάση του Loisy" και "Βραδυπορώντας στο Δάσος" είναι συναρπαστικά), μετά τις "Αναμνήσεις επί Χάρτου" θα βλέπω και την εμφάνιση των βιβλίων με διαφορετικό μάτι. Από την ποιότητα του χαρτιού, μέχρι τα σχόλια στα εσώφυλλα.


Δ

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

MMORPG: "Megaloi Ellhnes"

Άκουγα προχθές από το διπλανό γραφείο:
"- Ο Μέγας Αλέξανδρος θα βγει.
- Ναι, βέβαια.
- Ε, μα συγκρίνεται τώρα;...
- Όχι, όχι, αυτός θα βγει.
- Όλοι οι υπόλοιποι είναι... Όχι ότι δεν είναι... Αλλά ο Μεγαλέξανδρος...
- Ε, βέβαια..."
Προφανώς μιλούσαν για την ψηφοφορία που διοργανώνει ο ΣΚΑΪ για το "μεγαλύτερο Έλληνα όλων των εποχών".
Η ψηφοφορία αυτή είναι τόσο αστεία, μια και απλώς φανερώνει τα χάλια της ημιμάθειας του μέσου σημερινού Έλληνα, που θα μπορούσε να τη δει κανείς και ως reality show. Αν υπήρχαν και ζωντανοί ανάμεσα στους top 10, αυτοί θα μπορούσαν και να διαλέγουν κάθε βδομάδα τον υποψήφιο για αποχώρηση, να κλαίνε on-camera, να θάβουν ο ένας τον άλλο, να κάνουν κλίκες...
Να βγαίνει ας πούμε ο Γκάλης και να λέει:
"Ψηφίζω για αποχώρηση το Ζαγοράκη, γιατί αυτή τη βδομάδα δεν τον νιώθω και τόσο κοντά μου".
Ή ο Λαζόπουλος:
"Ψηφίζω για αποχώρηση το Σημίτη, τον οποίο υπεραγαπώ και είναι απίστευτο παιδί, αλλά θέλω να τον βοηθήσω να αποκτήσει αυτογνωσία".
Αστείο;
Μπα... Αυτό που τελικά έκανε ο ΣΚΑΪ, που εξελίσσεται στον πρωτοπόρο του pop πατριωτισμού στα ελληνικά media, ήταν μακράν το αστειότερο : Τους έφτιαξε attributes!
Μάλιστα! Αποκτούν έτσι οι κορυφαίοι 10 της λίστας επιμέρους βαθμολογία ως προς την "ευφυία", την "κληρονομιά", την "ηγεσία", την "ανδρεία" και την "ευσπλαχνία".
Βλέπουμε δηλαδή το πουλέν των ψηφοφόρων, τον Αλέξανδρο το Μέγα (και τον Καραμπουζουκλή), να βαθμολογείται στην Ευσπλαχνία με 67 πόντους και τον ουραγό της λίστας Κ. Καραμανλή (τον κανονικό, που λέει και η Πανδώρα) με 50 πόντους.
Στην Ανδρεία, επίσης, αυτή η φλωράντζα ο Παπανικολάου πήρε ένα ντροπιαστικό 61 (σιγά τον ανδρείο), σε αντίθεση με τον Θ. Κολοκοτρώνη που βγήκε άντρας-καραάντρας με 94 πόντους (ανδρεία).
Λέω λοιπόν να προτείνω στο ΣΚΑΪ (μην τον γράφετε SKΥ γιατί ντρέπεται), να φτιάξει ένα ωραιότατο Massive Multiplayer Online Role Playing Game, στα πρότυπα του Warcraft! Θα μπαίνεις, θα διαλέγεις χαρακτήρα από τους top 100 Great Greeks, θα σφάζεσαι με τους υπόλοιπους και όλοι μαζί θα σφάζετε τους Ανθέλληνες (τα Orcs), θα αγοράζεις τσεκούρια, φίλτρα κ.λπ. Ή θα μπορείς και να φτιάχνεις το δικό σου Great Greek, συνδυάζοντας στοιχεία του Περικλή, της Μαρίας Κάλλας, του Ιωάννη Μεταξά, της Βουγιουκλάκη, του Μεγάλου Κωνστναντίνου (ναι, ήταν κι αυτός στη λίστα...).

Κρίμα να μην το ξέρω πιο νωρίς να ψηφίσω το Μίνωα.

Αυτά, ως πρώτο post στο ρακάδικο.
Εβίβα και καλή αρχή.


Δ