Παρασκευή, 29 Μαΐου 2009

Έρευνες τση μεθιάς ...

Η αναφορά στο ρακόμελο σε σχόλιο προηγούμενης ανάρτησης έδωσε την αφορμή για το παρακάτω θέμα:

Φάτε μπέικον για την αποτοξίνωση από το αλκοόλ ! Ερευνητές, από το πανεπιστήμιο του Newcastle, έδειξαν ότι καταναλώνοντας μπέικον, μια τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες, επάγονται μηχανισμοί που αυξάνουν τον ρυθμό με τον οποίο γίνεται ο μεταβολισμός του αλκοόλ στο αίμα ατόμων που έχουν έντονα συμπτώματα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, επιτρέποντας την ταχύτερη αναστροφή των συμπτωμάτων.

Το αποτέλεσμα αυτό το αποδίδουν στην ύπαρξη μεγάλων ποσοτήτων αμινών που υπάρχουν στο μπέικον και που αναπληρώνουν τις ποσότητες που χάθηκαν λόγω της μεγάλης κατανάλωσης αλκοόλ. Πιο συγκεκριμένα, είναι η αντίδραση των αμινοξέων με τα αναγωγικά σάκχαρα του λίπους που κάνει το σάντουϊτς τόσο σημαντικό.

(από daily telegraph)

Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από το άρθρο αυτό και προσπάθησα να ψάξω λίγο να βρω εάν μπορεί κάτι τέτοιο να είναι αληθινό. Η αλήθεια είναι ότι δεν βρήκα ανάλογα άρθρα που να το επιβεβαιώνουν αλλά βρήκα πολλές αναφορές στο συγκεκριμένο άρθρο της Daily Telegraph. Επίσης κατα τη διάρκεια της mini-έρευνας που έκανα εντόπισα ένα άλλο άρθρο, με το ενδιαφέρον να εστιάζεται στους τρόπους που διάφοροι λαοί έχουν αναπτύξει/επινοήσει για να ξεπερνούν γρήγορα τις συνέπειες του αλκοόλ. Μεταξύ αυτών,

  • στην αρχαία Σκωτία και εφόσον η κατάσταση μέθης δεν ήταν πολύ σοβαρή έπιναν ρόφημα από βούτυρο γάλακτος, καλαμποκάλευρο, αλάτι και πιπέρι.
  • εναλλακτικά και χωρίς να έχω καταφέρει να το διασταυρώσω ή να το επιβεβαιώσω, πίεση για 30 δευτερόλεπτα στο σημείο μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη προκαλεί εκτόνωση τυχών πονοκεφάλων.
  • ταχεία εισπνοή οξυγόνου από φιάλη, λέγεται ότι αυξάνει τον μεταβολισμό και άρα αυξάνεται παράλληλα και ο μηχανισμός αποτοξίνωσης της αιθανόλης του αίματος.
  • Στη Ρουμανία για να ξεπεράσουν το μεθύσι, τρώνε κάτι σαν το δικό μας πατσά αν και νομίζω ότι πρέπει να είναι περισσότερο αηδιαστικό. Σε αυτό το τελευταίο αποδίδουν πολλοί την δράση του μιας και όσοι ξέρουν ότι πρέπει να το πιούν την επόμενη μέρα για να ξεμεθύσουν, αποφασίζουν να μην πιουν καθόλου.
  • Στο Πουέρτο Ρίκο τρίβουν μια φέτα λεμονιού ή λάιμ στην μασχάλη τους, ώστε να αποφευχθεί η αφυδάτωση και άρα ο πονοκέφαλος.
  • Στην Μογγολία έπιναν τοματοχυμό στον οποίο είχαν προσθέσει μάτια προβάτου τα οποία τα είχαν κάνει προηγουμένως τουρσί ή τσάι από κόπρανα λαγού.
  • Στην αρχαία Ρώμη έτρωγαν αυγά κουκουβάγιας πάνω σε πνευμόνια προβάτου ενώ στην αρχαία Ελλάδα έτρωγαν τηγανητά καναρίνια (Δεν είμαι σίγουρος ούτε για το πρώτο ούτε για το δεύτερο, απλά το αναφέρω).
  • Στην Ιαπωνία τρώνε ένα είδος ροδάκινου το οποίο το έχουν επεξεργαστεί και το έχουν κάνει τουρσί
  • Στο Πουέρτο Ρίκο τρίβουν με λεμόνι ή λάιμ τις μασχάλες τους ενώ
  • στην Αϊτή κάνουν voodoo σε μια κούκλα που έχουν κατασκευάσει με το μπουκάλι από το οποίο ήπιαν και έγιναν σκνίπες στο μεθύσι. Μάλιστα για να πιάσει το combo πρέπει να τοποθετήσετε 13 μαύρες βελόνες στον φελό του μπουκαλιού ...

Η ανεμόσκαλα

Ο Bertrand Russell, στην εισαγωγή του στο Tractatus Logico-Philosophicus του Ludwig Wittgenstein, αναφερόμενος στη διάσημη πλέον πρόταση του τελευταίου «Τα όρια της γλώσσας μου σημαίνουν τα όρια του κόσμου μου», γράφει τα εξής:

«… θα μπορούσαμε να πούμε κάτι για τον κόσμο ως σύνολο μόνο αν μπορούσαμε να βγούμε έξω από τον κόσμο, αν δηλαδή έπαυε να είναι για μας ολόκληρος ο κόσμος. Ο κόσμος μας μπορεί να είναι οριοθετημένος για κάποιο ανώτερο ον που μπορεί να τον εποπτεύσει από ψηλά, αλλά για μας, όσο πεπερασμένος κι αν είναι, δεν μπορεί να έχει όρια, αφού δεν υπάρχει τίποτε έξω από αυτόν. Ο Wittgenstein χρησιμοποιεί ως αναλογία το οπτικό μας πεδίο. Το οπτικό μας πεδίο δεν έχει, για μας, ένα ορατό σύνορο, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει τίποτε έξω από αυτό και, με παρόμοιο τρόπο, ο λογικός μας κόσμος δεν έχει κανένα λογικό όριο, επειδή η λογική μας δεν γνωρίζει τίποτε έξω από αυτόν.

Στη λογική λοιπόν δεν μπορούμε να πούμε "υπάρχει αυτό και αυτό στον κόσμο, αλλά όχι εκείνο", γιατί, για να πούμε κάτι τέτοιο, αυτό προφανώς προϋποθέτει πως αποκλείουμε ορισμένες δυνατότητες, και αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, αφού θα απαιτούσε να υπερβεί η λογική τα όρια του κόσμου, ωσάν να μπορούσε να τα θεωρήσει και από την άλλη πλευρά. Ό,τι δεν μπορούμε να σκεφτούμε δεν μπορούμε να το σκεφτούμε· επομένως δεν μπορούμε και να πούμε ό,τι δεν μπορούμε να σκεφτούμε.

Ότι ο κόσμος είναι ο κόσμος μου, φαίνεται από το γεγονός πως τα όρια της γλώσσας (της μόνης γλώσσας που καταλαβαίνω) δηλώνουν τα όρια του κόσμου μου. Το μεταφυσικό υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο, αλλά είναι ένα όριο του κόσμου.»

Θα μπορούσε, επομένως, να συμπεράνει κανείς ότι ο Bertrand Russell μας έδειξε ότι αδυνατούμε να μιλήσουμε και άρα να σκεφτούμε (λογικά τουλάχιστον) για το θεό, καθώς πρόκειται για κάτι έξω από τον κόσμο μας. Σε διαφορετική περίπτωση ο θεός θα ήταν μικρότερος του κόσμου μας, όπερ άτοπον. Ότι δηλαδή αυτή είναι η απάντηση της ανθρώπινης λογικής στην ανθρώπινη υπόθεση του θεού. Και ότι με τα παραπάνω μάλλον θα συμφωνούσε και ο Wittgenstein.

Ο Russell, έχοντας ταλαντευτεί αρκετά μεταξύ διαφόρων θέσεων, κατέληξε στο ότι το λογικά αναγκαίο ερώτημα «Ποιος έφτιαξε το θεό» αποδεικνύει και τη μη ύπαρξη του θεού. Δεν δήλωνε, επομένως, αγνωστικιστής, αλλά άθεος.

Ο Wittgenstein, όμως, αν και αρχικά ήταν άθεος, διάβασα σε βιογραφία του ότι, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο που τηρούσε υπηρετώντας στο στρατό της Αυστροουγγαρίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, επηρεάστηκε βαθειά προς την αντίθετη κατεύθυνση από το βιβλίο του Λ. Τολστόι «Το Ευαγγέλιο». Φαντάστηκα ότι η μεταστροφή του αυτή ήταν περισσότερο ψυχολογική και συναισθηματική παρά λογική, καθώς πολεμούσε στην πρώτη γραμμή του μετώπου για πολλούς και συνεχείς μήνες και δύσκολα μπορεί να μείνει κανείς ανεπηρέαστος όταν ζει για τόσο πολύ καιρό υπό συνθήκες φόβου και φρίκης. Το γεγονός, φυσικά, ότι είχε καταταγεί εθελοντικά ουδόλως θα μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της ψυχικής του ισορροπίας.
Πώς μπορούσε, λοιπόν, να συνδυαστεί η λογική με το θεό;

Στην πρόταση 6.432 του Tractatus, ο Wittgenstein γράφει ότι «το πώς είναι ο κόσμος, είναι εντελώς αδιάφορο για το ανώτερο. Ο θεός δεν αποκαλύπτεται μέσα στον κόσμο.».
Καταδέχεται, δηλαδή, ενώ έχει προσπαθήσει να ορίσει τον κόσμο με μόνο όργανο τη λογική και με απολύτως αυστηρούς ορισμούς, να παραπέμψει στην έννοια του θεού υπεκφεύγοντας με ένα «αποκαλύπτεται»! Ο Russell στην εισαγωγή να εξοβελίζει το μεταφυσικό από τα όρια του κόσμου ως μη νοητό (και ανόητο) βασισμένος στις προτάσεις του Wittgenstein, και ο Wittgenstein να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ύπαρξης του θεού με ένα «αποκαλύπτεται»!

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Wittgenstein στην πρόταση 5.621 γράφει: «Κόσμος και ζωή είναι ένα.». Συνδυάζοντας επομένως τις παραπάνω προτάσεις, κατά την πρακτική και τη διαδικασία που ο ίδιος ο Wittgenstein ακολουθεί, έχουμε ότι ο θεός δεν αποκαλύπτεται μέσα στη ζωή!

Δυσκολεύομαι να τον κατανοήσω.
Από την άλλη, η πρόταση 6.52, σύμφωνα με την οποία «Αισθανόμαστε πως, ακόμα κι αν δοθούν απαντήσεις σε όλες τις δυνατές επιστημονικές ερωτήσεις, τα προβλήματα της ζωής μας δεν θα τα έχουμε καν αγγίξει. Φυσικά τότε δεν μένει πια καμία ερώτηση· και αυτό ακριβώς είναι η απάντηση.», ουδόλως συνδυάζεται με οποιοδήποτε θεό. Το αντίθετο μάλιστα, μοιάζει γεννημένη από άνθρωπο που τον έχει ξεπεράσει προ πολλού και οριστικά. Ακολούθως και η καταληκτική πρόταση υπ’ αριθμόν 7, ότι «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, για αυτά πρέπει να σωπαίνει.» (η οποία, ανεξαρτήτως της λογικής της συνέπειας, καταδεικνύει μια επιδεικτική και αποκρουστική απολυτότητα και μάλλον γι’ αυτό δεν την τήρησε ούτε ο ίδιος ο Wittgenstein).

Θα μείνω λοιπόν στην προτελευταία πρόταση του Tractatus, την 6.54, που φροντίζει να γλυκάνει λίγο τις αιχμές της λογικής:
«Οι προτάσεις μου αποτελούν διευκρινίσεις όταν αυτός που με καταλαβαίνει, αφού με τη βοήθειά τους –πατώντας πάνω τους- τις υπερπηδήσει και προχωρήσει πέρα από αυτές, τελικά τις αναγνωρίσει ως στερημένες από νόημα. (Πρέπει, θα λέγαμε, να πετάξει μακριά την ανεμόσκαλα, αφού ανέβει πρώτα με αυτή).
Πρέπει να ξεπεράσει τις προτάσεις αυτές και τότε θα δει τον κόσμο σωστά.»
Το σχετικό παράδοξο που επιφυλάσσει η αυτοαναφορική αυτή πρόταση αναιρεί αυτόματα τα ίδια της τα συστατικά, το νόημα και την ορθότητά της, γεννά μια μαύρη τρύπα που ενώ καταπίνει το έργο ολόκληρο, ταυτόχρονα το αναδιατάσσει αυτούσιο και αφήνει τον αναγνώστη να αναρωτιέται γιατί ενώ είναι μετέωρος, δεν πέφτει!

Ανεξαρτήτως, τελικά, των επιμέρους απόψεων και λεπτομερειών, έχω την εντύπωση ότι, μια και τους δύο αυτούς μεγάλους διανοητές απασχόλησε έντονα στη ζωή τους η αναζήτηση του θεού και μπήκαν στον κόπο να ξαλαφρώσουν τους εκ πεποιθήσεως πιστούς από το βάρος απόδειξης που οφείλουν να φέρουν, το ερώτημα είναι περισσότερο δεοντολογικό παρά οντολογικό.
Όχι δηλαδή αν πιστεύει κανείς στο θεό, αλλά αν πρέπει να πιστεύει.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Αβιογένεση

Τελευταία έπεσε στην αντίληψή μου ένα άρθρο στο περιοδικό New scientist που επανέφερε στο μυαλό μου όλες αυτές τις θεωρίες περί δημιουργίας της ζωής και της εξέλιξης των ειδών. Το άρθρο αυτό που πρόσφατα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, ουσιαστικά επαναδιατυπώνει την θεωρία ότι η «πρώτη μορφή ζωής» δημιουργήθηκε αφού ένα πρωταρχικό μόριο RNA σχηματίστηκε μέσα από μια χημική αντίδραση στην οποία συμμετείχαν βασικά υλικά (αβιογένεση, δείτε και αυτό το σύνδεσμο), πριν από 3,85 δισεκατομύρια χρόνια.

Αν και τα αποτελέσματα αυτά φαίνονται άκρως ενδιαφέροντα δεν αποτελούν μια πλήρη ιστορία της γένεσης της ζωής, μιας και θα ήταν εξαιρετικά απλοϊκό η ζωή να ξεκίνησε μέσα από μια απλή ανάμειξη υλικών όπως γίνεται για παράδειγμα στην συνταγή για σπανακόπιτα. Φαίνεται όμως ξεκάθαρα ότι κάπως έτσι πρέπει να έγιναν τα πράγματα - μια σειρά από πρωταρχικές αντιδράσεις δημιούργησαν τα πρώτα μόρια RNA από τα οποία προήλθαν οι πρωτεΐνες και μετέπειτα τα πρώτα κύτταρα του προϊστορικού κόσμου.

Παρατηρώντας ότι ο τόπος έχει γεμίσει από θεοφοβούμενους ανθρώπους που από τη μια διαρκώς διατυμπανίζουν την μη-πίστη τους και από την άλλη κρατάνε μια πισινή για την περίπτωση που αποδειχθεί η ύπαρξη κάποιου θεού, ομολογώ ότι σκοπός μου δεν είναι να αποδείξω την αλήθεια της αβιογένεσης ή της μη-ύπαρξης θεού. Το μόνο που επιθυμώ να κάνω είναι να υπερθεματίσω στο γεγονός ότι η αλήθεια που πηγάζει μέσα από την προσπάθεια του ανθρώπου να αποδείξει γεγονότα σημαντικά στην πορεία της ύπαρξής του (Κυτταρική θεωρία, Θεωρία των μικροβίων, Γενετική, θεωρία εξέλιξης, δομή του DNA, νόμοι του Mendel κ.α.) είναι προτιμότερη από την οποιαδήποτε δογματική και άρα απαίδευτη αλήθεια και σας προσκαλώ να ανοίξετε τα μυαλά σας στην επιστήμη και να την εμπιστευτείτε.

Όλοι μας, είτε το παραδεχόμαστε είτε όχι, στηρίζουμε την καθημερινότητά και την ευημερία μας σε προϊόντα της επιστήμης. Σκεφτείτε μόνο ότι όποτε έχουμε καταρροή με πυρετό λέμε «ίωση είναι, θα περάσει» αλλά αγνοούμε ότι από αυτή την εμπύρετη κατάσταση θα μπορούσαμε να πεθάνουμε εάν κάποιοι ερευνητές δεν είχαν ανακαλύψει, καιρό πριν, τα εμβόλια και τα αντιβιοτικά. Μπορεί επειδή έχουμε συνηθίσει την ύπαρξη πολλών τέτοιων επιτευγμάτων να τα θεωρούμε δεδομένα, αλλά ποτέ δεν ήταν θεόσταλτα. Και αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα προϊόντος της επιστήμης που δεν μπορούμε εύκολα να συνειδητοποιήσουμε την αξία του επειδή απλά δεν μπορούμε να σκεφτούμε τη ζωή μας χωρίς αυτά. Άλλα τέτοια παραδείγματα είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, ο λαμπτήρας πυρακτώσεως, η σύριγγα, η ασπιρίνη, ο προσωπικός υπολογιστής και φυσικά εκατοντάδες άλλα.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Το παραμύθιον της τέχνης

Συνεχίζοντας την κουβέντα που άνοιξε σχετικά με το μεταφυσικό, νομίζω θα ήταν χρήσιμος ένας σύντομος αντίλογος στην επάρκεια του ορθολογισμού. Περισσότερο δε για να τον επιβεβαιώσει, παρά για να τον απορρίψει: Ο ορθολογισμός, όπως καθετί στον κόσμο, δεν μπορεί να είναι πανάκεια. Η ισορροπία έχει ανάγκη και την άλλη όψη, την αισιόδοξη. Αυτή που έλκεται από το μυστήριο και την ομορφιά, χωρίς να καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από ευτέλειες και δογματισμούς.

Ο Οδυσσέας Ελύτης στην ομιλία του προς τη σουηδική Ακαδημία το 1979 κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας, το είπε με ακρίβεια και ποιητικότητα:
«Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.»
Και λίγο μετά:
«Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.»

Ωραιότερα και ακριβέστερα δεν θα μπορούσα να το πω. Κι αυτό δα έλειπε.

Θα μπορούσε να συζητήσει κανείς πολλά για τη συμπόρευση αυτή και τη συνεργασία μεταξύ λογικού και θυμικού, αλλά μια και παρέθεσα Ελύτη, θα συνεχίσω μ’ αυτόν. Δύο ποιήματα με κοινό παρανομαστή τη σύζευξη αυτή, αμφότερα από τη συλλογή «Τα ρω του έρωτα»: Το ένα είναι «Η ALFA ROMEO» (που διαβάζοντάς το θέλει κανείς να βρεθεί στο τιμόνι της περισσότερο απ’ ότι βλέποντας μια διαφήμιση) και το άλλο, πληρέστερο ως προς το εν λόγω θέμα, είναι το «Τα όσα η μοίρα μου ’γραφε». Παραθέτω μια στροφή απ’ το δεύτερο:

Μακάρι να ’μουν σαν τα ζα
Που βόσκουνε στον κάμπο
Γράμματα να μη γνώριζα
Μες στα μυστήρια να ’μπω

Η τραμπάλα αυτή μεταξύ γραμμάτων και μυστηρίων, μαζί μ’ αυτό το «μακάρι», είναι και η ουσία της συζήτησης.

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Του κοινού ποινικού

Έστω ότι κάποιος Εισαγγελέας Εφετών επισκέπτεται ένα βράδυ το τροχόσπιτο της περιπλανώμενης αστρολόγου-μέντιουμ Μαντάμ Ζωζώς, για να μάθει αν θα γίνει ποτέ Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Φαντάζομαι ότι δεν θα το πει σε κανένα, εκτός ίσως από τη γυναίκα του, θα το κάνει γενικά όσο πιο κρυφά και αθόρυβα γίνεται, ενώ θα πληρώσει και κάτι παραπάνω για να εξασφαλίσει την επαγγελματική εχεμύθεια της Μαντάμ. Αν, όμως, τελικά την επόμενη ημέρα κυκλοφορήσει φωτογραφία του να βγαίνει χαμογελαστός και συγκινημένος από το τροχόσπιτο, τότε είναι μάλλον πιθανότερο να τον δούμε μια μέρα στην έδρα του Ερωτοδικείου δίπλα στον Προεδρούλη, παρά σε αυτήν του Αρείου Πάγου. Κι αν κάποτε αποφασίσει να επιστρέψει στη Μαντάμ για να ζητήσει τα λεφτά του πίσω και να ρωτήσει πώς και δεν πρόβλεψε και τα ανέκδοτα που κυκλοφόρησαν στους Δικηγορικούς Συλλόγους, δεν θα βρει ούτε τροχόσπιτο, ούτε Μαντάμ Ζωζώ. Αυτή θα έχει ήδη πάει κάπου αλλού και θα λέει «εις υγεία του κορόιδου».

Εκτός τραγελαφικού απροόπτου λοιπόν ο εν λόγω Εισαγγελέας να γίνει τελικά Αρεοπαγίτης, νομίζω ότι η παραπάνω υπόθεση είναι απόλυτα λογική. Η κοινωνική απαξία της προσφυγής σε πάσης φύσεως μελλοντολόγους, μάγους, καφετζούδες, αστρολόγους, μέντιουμ, είναι πλέον σχεδόν καθολική, ανεξαρτήτως μόρφωσης, ηλικίας, ή εισοδήματος. Πέραν, δηλαδή, του τι πιστεύει προσωπικά ο καθένας ή του τι κατά περίπτωση ισχυρίζεται, αν βγει αύριο ο πρωθυπουργός της χώρας και δηλώσει ότι τον τελευταίο καιρό δεν αισθάνεται καλά γιατί τον ματιάσανε, η αντιπολίτευση θα κάνει πάρτι. Η πλειοψηφία του κόσμου αντιλαμβάνεται, είτε το παραδέχεται είτε όχι, ποια είναι η πραγματική διάσταση του μεταφυσικού και, μπορεί μεν στη θεμελίωση μιας γέφυρας να καλεί παπάδες να ψάλλουν, αλλά αν κάτι πάει στραβά θα απευθυνθούν σε αυτόν που γνωρίζουν ότι είναι ο πραγματικά υπεύθυνος για τη σωστή λειτουργία της, δηλαδή τον μηχανικό, και αντιστοίχως θα χλευάσουν όποιον προτείνει να πάνε να διαμαρτυρηθούν στον παπά.

Η κοινωνία, δηλαδή, παρά τις όποιες παθογένειές της, έχει φτάσει σε ένα επίπεδο ωριμότητας ικανό να απορρίψει το μεταφυσικό, αν όχι σε όλη του την έκταση και τις εκφάνσεις, τουλάχιστον στην ουσία του καθ’ αυτή. Το κάνει όμως; Όχι.

Η προσφυγή στο μεταφυσικό στηρίζεται, συντηρείται και προστατεύεται από το ίδιο το κράτος, όχι μόνο μέσω των εθίμων ή των άγραφων παραδόσεων, αλλά και στο ανώτατο δυνατό θεσμικό επίπεδο, ακόμη και στο ίδιο το Σύνταγμα. Το οποίο στο άρθρο 3, στην αρχή-αρχή δηλαδή, προτού καν αναλύσει τα ατομικά δικαιώματα, ακόμα και προτού καν πει ότι όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, φροντίζει να διευκρινίσει ότι:

«Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις»!
Και καταλήγει: «Το κείμενο της Αγίας Γραφής τηρείται αναλλοίωτο. Η επίσημη μετάφρασή του σε άλλο γλωσσικό τύπο απαγορεύεται χωρίς την έγκριση της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδας και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας στην Κωνσταντινούπολη.»!

Απίστευτο κι όμως αληθινό και δη ενδεικτικό των προτεραιοτήτων και των εξαρτήσεων των νομοθετών: Προτού καν μιλήσουν για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου, καθορίζουν την επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα! Ακόμη δηλαδή κι αν παραβλέψουμε ότι ο καθορισμός αυτός έρχεται ουσιαστικά σε αντίθεση με τα όποιας αξίας παρεπόμενα ατομικά δικαιώματα, αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι κρίνεται αναγκαίο να αποκτήσουν συνταγματικό κύρος και ισχύ οι «ιερές παραδόσεις», οι συνοδικοί κανόνες, η ιεραρχική σχέση με το Φανάρι και η μετάφραση του κειμένου της Αγίας Γραφής!

Επέζησε της αναθεώρησης του 2001 το άρθρο αυτό, ας ελπίσουμε ότι θα καταργηθεί την επόμενη φορά.

Και ανεξαρτήτως ότι κατ’ ουσίαν η απόσταση μεταξύ θρησκείας και αστρολογίας είναι ελάχιστη (ως προς τη σχέση τους δε με τη λογική και την επιστήμη είναι μηδαμινή), ας επιστρέψουμε στον καημένο τον κύριο Εισαγγελέα: Σύμφωνα με το άρθρο 386 του Ποινικού Κώδικα, όποιος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται. Το έγκλημα αυτό ονομάζεται απάτη.

Απλοποιώντας το, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης χρειαζόμαστε: Ψευδή γεγονότα, γνώση του δράστη ότι τα παρουσιάζει ως αληθινά, σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους και βλάβη ξένης περιουσίας.
Αν δεχθούμε, επομένως, ότι το ψευδές γεγονός είναι η ικανότητα του αστρολόγου να προβλέψει το μέλλον ενός ανθρώπου αναλόγως της θέσης των πλανητών τη στιγμή της γέννησής του, τότε τα υπόλοιπα δεν είναι νομίζω δύσκολο να καταδειχθούν, εφ’ όσον φυσικά αποφασίσουμε ότι η παραδοχή του ψευδούς της ανωτέρω πρότασης δεν εξαρτάται από τις προσωπικές πεποιθήσεις εκάστου ημών, αλλά πλέον πρόκειται για μια γενικά παραδεδεγμένη αλήθεια και μάλιστα αποδείξιμη.

Έτσι, βρισκόμαστε μόλις ένα βήμα από το να χαρακτηρίσουμε την αστρολογία ως απάτη και μάλιστα του κοινού ποινικού δικαίου. Είτε ασκείται από τη Μαντάμ Ζωζώ στο τροχόσπιτό της, είτε παρουσιάζεται δόξη και τιμή σε τηλεοπτικές εκπομπές, είτε καταλαμβάνει χώρο στις εφημερίδες μαζί με τα σταυρόλεξα, η βασική ιδέα του καλοπληρωμένου προϊόντος της αστρολογίας είναι ίδια: Εις υγεία των κορόιδων. Κι όποιος καταφέρει να τη διαχωρίσει από την πάσης φύσεως δεισιδαιμονία, συμπεριλαμβανομένης της συνταγματικά κατοχυρωμένης, ας προσπαθήσει να το αποδείξει.

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Οι κουτόφραγκοι

Μετά την αποκατάσταση μερικών δυσλειτουργιών στο δίκτυο της FORTHnet, οι οποίες επιλύθηκαν μόνο αφού ζήτησα πληροφορίες για το πώς θα διακόψω τη σύμβαση double play που έχω, επανέρχομαι στο blog που ξεκίνησε μεν ως συνεταιρικό, πλην όμως οι συνεταίροι μου σφυρίζουν αδιάφορα προβάλλοντας διάφορες προφάσεις. Το συνεχίζω λοιπόν, αλλά να ξέρουν ότι μόνη λύση για να εξιλεωθούν είναι να συμπράξουν στην κομπίνα που θα τους προτείνω να στήσουμε μόλις τους συναντήσω το καλοκαίρι, η οποία προϋποθέτει ένας εξ αυτών να γίνει παπάς. Θα είναι inside job, με λεφτά πολλά και ξεπλυμένα. Περισσότερες πληροφορίες θα τους δώσω κατ’ ιδίαν.

Το 1974, λοιπόν, ο Μελέτιος Αποστολίδης, κάτοικος Λαπήθου Κυρήνειας, αναγκάστηκε λόγω της τουρκικής εισβολής να εγκαταλείψει το σπίτι του και να καταφύγει με την οικογένειά του στο νότιο τμήμα του νησιού.

28 χρόνια μετά, ήτοι το έτος 2002, οι Βρετανοί υπήκοοι David και Linda Orams, αγόρασαν (έναντι περίπου £160,000) ένα ακίνητο που ανήκε στην περιουσία του Αποστολίδη στο βόρειο τμήμα, ανήγειραν σε αυτό έπαυλη με πισίνα και άρχισαν να τη χρησιμοποιούν ως εξοχική τους κατοικία.
Το 2004, ένα έτος δηλαδή μετά την άρση της απαγόρευσης μετακίνησης πολιτών μεταξύ των δύο τμημάτων του νησιού, ο Αποστολίδης προσέφυγε στα δικαστήρια της Λευκωσίας κατά του ζεύγους Orams, ζητώντας να του αποδώσουν το εν λόγω ακίνητο. Ο μεν Αποστολίδης ισχυρίστηκε ότι οι Orams το απέκτησαν παρανόμως, οι δε Orams ότι το είχαν αγοράσει καλόπιστα από κάποιον τρίτον, στον οποίο παλιότερα είχε παραχωρηθεί από τις τουρκικές αρχές του βόρειου τμήματος του νησιού.
Η δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης παρουσίασε ωστόσο διάφορες δικονομικές και διαδικαστικές επιπλοκές, στις οποίες δεν έχει νόημα να επεκταθεί κανείς από πλευράς νομικής τους ανάλυσης (αν και θα άξιζε ίσως να αναφερθεί χαρακτηριστικά το περιστατικό με το δικηγόρο του ζεύγους Orams που πήγε στο δικαστήριο μία ημέρα μέρα μετά τη δικάσιμο) και τελικά η απόφαση που εξεδόθη δεν υπεισήλθε στην καθ’ αυτή διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών και των νομικών προβλημάτων που είχαν εγερθεί. Οι Orams ερημοδικάστηκαν και, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης, υποχρεώθηκαν να κατεδαφίσουν την έπαυλη, να αποδώσουν αμέσως το ακίνητο στον ενάγοντα και να του καταβάλουν διάφορα ποσά ως αποζημίωση. Προσέφυγαν εν συνεχεία με διάφορα ένδικα μέσα μέχρι και στο Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.
Κατόπιν τούτου, ο Αποστολίδης επεδίωξε την εκτέλεση της απόφασης αυτής στη Βρετανία, τα δικαστήρια της οποίας ανέστειλαν τη διαδικασία και υπέβαλαν στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ECJ) προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με το θέμα, ένα εκ των οποίων ήταν εάν το κοινοτικό δίκαιο και το εθνικό δίκαιο κράτους-μέλους της ΕΕ, ήτοι εν προκειμένω της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι εφαρμοστέο στο βόρειο τμήμα του νησιού.

Πριν από μερικές ημέρες και συγκεκριμένα την 28 Απριλίου 2009, το ECJ αποφάσισε ότι οι συνθήκες άσκησης κυβερνητικής εξουσίας κράτους-μέλους σε περιοχές εδαφών του δεν επηρεάζουν την εκτελεστότητα δικαστικών αποφάσεων επί ακινήτων που βρίσκονται σε αυτές, ή την εν γένει εφαρμογή του δικαίου.

Χωρίς να υπεισέρχομαι επί του παρόντος σε οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση των επιμέρους θεμάτων των οποίων επελήφθη το ECJ, θεωρώ ότι η απόφασή του αυτή είναι ενδεικτική της ποιότητας του σύγχρονου ευρωπαϊκού νομικού κόσμου. Αυστηρά επιστημονική, εμπεριστατωμένη, απαλλαγμένη από περιττές αναφορές και παραπομπές, περιγράφει και αναλύει την ουσία των αντικειμένων της με τρόπο που κάνει το χειρισμό τους να φαίνεται προφανής. Σ’ αυτό βοήθησε βέβαια σημαντικά και η αναλόγου επιπέδου επιλογή των προς διερεύνηση ερωτημάτων που έθεσε το βρετανικό δικαστήριο, στο οποίο έχει πλέον παραπεμφθεί εκ νέου η υπόθεση.

Και δεν είναι τόσο η αναμενόμενη διαπίστωση ότι ο μέσος όρος της ποιότητας των αποφάσεων των ελληνικών δικαστηρίων απέχει από αυτόν του ECJ (κάτι δικαιολογημένο, αν αναλογιστεί κανείς την εσωστρέφεια και την ανεπάρκεια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος κάθε βαθμίδας), ούτε ότι το ECJ σεβάστηκε υποδειγματικά το κύρος του και το θεσμό που υπηρετεί, αρνούμενο να αναμείξει στο σκεπτικό του οποιοδήποτε ψήγμα πολιτικής διάστασης της υπόθεσης (η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα είναι σημαντική και ειδικά εφ’ όσον υπάρξουν πολιτειακές εξελίξεις στην Κύπρο, θα επηρεάσει άμεσα το σύνολο σχεδόν των Ελληνοκυπρίων που έχασαν ακίνητα περιουσιακά στοιχεία στο βόρειο τμήμα).
Είναι ότι το ECJ είναι ένα κομμάτι του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ικανό από μόνο του να αποτελέσει ισχυρό λόγο συμμετοχής στην ΕΕ κάθε χώρας με στοιχειώδες ένστικτο αυτοσυντήρησης και την ελάχιστη διάθεση βελτίωσης των συνθηκών ζωής των πολιτών της. Θα μπορούσε, βέβαια, κάποιος, καλόπιστος ή όχι, να ισχυριστεί ότι δεν θα είχαν έτσι τα πράγματα, αν οι προηγούμενες της παραπάνω απόφασης πολιτικές επιλογές της ΕΕ ήταν διαφορετικές, όπως π.χ. αν υπήρχε έστω και μια χώρα της που να είχε αναγνωρίσει ως αυτόνομο κράτος το σημερινό βόρειο τμήμα. Ή ότι αν είχαν αναμειχθεί στην υπόθεση ισχυρά πολιτικά και εμπορικά συμφέροντα το ECJ θα έβρισκε τον τρόπο να τα εξυπηρετήσει, τηρώντας μια νομικά επαμφοτερίζουσα στάση.
Κι όμως:
- Αν οι πρότερες πολιτικές επιλογές της ΕΕ ήταν διαφορετικές, η απόφαση του ECJ θα όφειλε να είναι διαφορετική. Γιατί αυτός ακριβώς είναι ο θεσμικός του ρόλος, γιατί η διάκριση της δικαστικής εξουσίας είναι τόσο εμπεδωμένη και πανταχού παρούσα (είτε ρητά είτε ως αυτονόητα εννοούμενη) στο ευρωπαϊκό δίκαιο και στη νομολογία, που ουδείς διανοείται να επιδείξει πραξικοπηματική συμπεριφορά έναντι ενός εκ των πυλώνων του οικοδομήματος της ΕΕ. Πόσο μάλλον αν η δικαιολογία του στηριζόταν στα συμφέροντα ενός, οποιουδήποτε, κράτους-μέλους.
- Δικηγόρος των Orams στα βρετανικά δικαστήρια είναι η Cheri Blair, ήτοι η σύζυγος του πρώην Πρωθυπουργού. Φαντάζομαι ότι αν εδώ είχε συμβεί κάτι παρόμοιο, θα είχαν προκύψει μερικές επερωτησούλες στη Βουλή για το θέμα. Και ίσως δικαίως, αλλά τα όσα θα ακούγονταν θα ήταν ιδιαίτερα προσβλητικά για την έννοια της κοινής λογικής.
Η επικοινωνιακή διάσταση της ιδέας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι τουλάχιστον προβληματική, ενίοτε δε ανύπαρκτη, με αποτέλεσμα να ανθεί η καχυποψία, η συνομωσιολογία και ο απομονωτισμός. Προβολή και συζήτηση αποφάσεων όπως η Αποστολίδης-Orams, ακόμη κι αν αυτή δεν αποκτήσει τελικά τη διάσταση που της αποδίδω τώρα, θα βοηθούσε, ειδικά μετά τις αποτυχίες του εγχειρήματος της συνταγματικής συνθήκης, να έρθει η συζήτηση σε πραγματικά σημαντικούς προβληματισμούς, αναδεικνύοντας παράλληλα την πολιτική ρηχότητα όσων αναλύουν τον κόσμο με ανθέλληνες, φιλέλληνες, κουτόφραγκους, καλικαντζάρους, ανέραϊδους κ.λπ..

Και μια κι έρχονται ευρωεκλογές, αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιου είδους ή προσανατολισμού θέσεις απουσιάζουν από την ατζέντα ή το πρόγραμμα όλων, ανεξαιρέτως, των πολιτικών κομμάτων.