Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Να θες ν' αγιάσεις και να μη σ' αφήνουν


Κύπριος Μεγαλοκαρχαρίας: "Θα αγόραζα τη Marfin αν είχα cash".

Στην αποκάλυψη ότι εάν η κυπριακή εταιρεία "ΧΟΝΤΡΕΣ ΜΠΙΖΝΕΣ" είχε την οικονομική ευχέρεια αυτό το διάστημα, θα επεδείκνυε ενδιαφέρον για την εξαγορά του πακέτου του 18,8% που κατέχει το Dubai Financial στην Marfin Popular Bank, εξέφρασε σε δηλώσεις του στο InBusinessNews ο Μεγαλοκαρχαρίας.

Σύμφωνα με το Μεγαλοκαρχαρία, τα εισοδήματα της "ΧΟΝΤΡΕΣ ΜΠΙΖΝΕΣ" λόγω των μειωμένων κρατήσεων στα ξενοδοχεία που έχει, αλλά και την επιδείνωση που καταγράφεται στο διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον, δεν του επιτρέπουν να κάνει κάτι τέτοιο. «Αν είχα cash σήμερα θα αγόραζα αυτό το ποσοστό, αλλά δυστυχώς το ταμείο είναι μείον», επεσήμανε.

Παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει η "ΧΟΝΤΡΕΣ ΜΠΙΖΝΕΣ", ο Μεγαλοκαρχαρίας εξέφρασε την ευχή το ποσοστό που κατέχει το εμιράτο του Dubai να περάσει και πάλι σε κυπριακά χέρια. «Θα μου άρεσε να δω αυτή την εξέλιξη ώστε ο Όμιλος να επανακτήσει τον κυπριακό χαρακτήρα του», υπογράμμισε.

Σε πρόσφατες δηλώσεις του στο InBusinessNews ο Μεγαλοκαρχαρίας είχε τονίσει ότι ο λόγος που δεν τον ενδιαφέρει η συγχώνευση της Ελληνικής Τράπεζας με την Τράπεζα Κύπρου, είναι γιατί θεωρούν πως η Κύπρος πρέπει να έχει δύο μεγάλες Τράπεζες, αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, η Marfin Popular ελέω της μετοχικής της σύνθεσης δεν μπορεί να θεωρηθεί εγχώρια τράπεζα. Άρα, σε περίπτωση που το πακέτο της Marfin περάσει σε κυπριακά χέρια, τότε η "ΧΟΝΤΡΕΣ ΜΠΙΖΝΕΣ" θα κινήσει τα νήματα για συγχώνευση της Ελληνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, στις οποίες κατέχει ποσοστό 25% και 4,5% αντίστοιχα.

Καταλήγοντας, ο Μεγαλοκαρχαρίας εξέφρασε παράπονα για την μερισματική πολιτική των Τραπεζών που είναι μέτοχος η "ΧΟΝΤΡΕΣ ΜΠΙΖΝΕΣ". «Θεωρούμε ιδιαίτερα χαμηλά τα μερίσματα που λάβαμε και εκτιμούμε ότι μπορούσαν και έπρεπε να δώσουν το 50% των κερδών τους και όχι το 20% και 30%», τόνισε.


Για περισσότερες πληροφορίες, εδώ.

Βρε κάτι ξέρει ο Πάσσαρης...

Αβάδιστα


Αλήθεια, την ιδέα την είχα εδώ και καιρό, ήμουν σίγουρος ότι θα είχε εμπορική επιτυχία, αλλά δεν ήξερα ότι θα μπορούσα να την υποστηρίξω με τη βοήθεια της Αγίας Γραφής!

"Έχεις τάξει στον τάδε Άγιο ή στην τάδε Παναγία και βαριέσαι να πας;
Θες να πας αλλά σου χαλάνε το image οι θεούσες;
Είσαι πολυάσχολη θεούσα και θες να οργανώσεις τα τάματά σου καλύτερα και αποδοτικότερα;

Μην ανησυχείτε! Αναλαμβάνουμε το τάμα σας!
Με δίκτυο έμπιστων συνεργατών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, παρέχουμε ολοκληρωμένες υπηρεσίες εκπλήρωσης ταμάτων, άμεσα, εχέμυθα και οικονομικά.

Ανανεώστε τώρα την εμπιστοσύνη του Κυρίου στο πρόσωπό σας! Αποκτήστε συμμάχους στην επιδίωξη των στόχων σας! Τώρα μπορείτε να τάζετε όπου και όσο συχνά θέλετε!
Ελάτε να βρούμε μαζί το πακέτο που σας ταιριάζει.

Με την εγγύηση της "StoBoiSas ΑΕ" και της Αγίας Γραφής."

Κι όμως, το Λευιτικόν με είχε προλάβει, όπως διάβασα μεταξύ πολλών άλλων σ' αυτή τη διαφωτιστικότατη ανάρτηση, βοήθειά μας.

Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Ο προϊστάμενος


Τι κάνεις με ένα τύπο που ξεκινάει τη συζήτηση με μια γνώμη Α, ενώ η δικιά σου είναι η εκ διαμέτρου αντίθετη Β, και όταν του αποδεικνύεις ότι η Β είναι ορθότερη της Α, σου λέει ότι όχι μόνο εξ αρχής η Β ήταν δικιά του, αλλά και ότι η Α ήταν η δικιά σου;;

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Η σπατάλη του χρόνου

Συλώ, όπως βεβηλώνω, λεηλατώ.
Η σημερινή, επομένως, έννοια του ασύλου δεν μπορεί παρά να εννοεί την προστασία από τη βεβήλωση και τη λεηλασία.
Άρα, το να απαγορεύει ο νόμος στο κράτος να παρεμποδίζει τη λεηλασία λόγω ασύλου, είναι, αν μη τι άλλο, ανόητο.

Η θέση της σημερινής Υπουργού Παιδείας ότι το νομικό πλαίσιο περί ασύλου είναι επαρκές, μοιάζει να αγνοεί πλήρως ότι οι νόμοι δεν είναι για να τιμούν παραδόσεις ή νεκρούς, δεν είναι για να καμαρώνουμε που τους φτιάξαμε, δεν είναι για να τους θυμόμαστε στα δικαστήρια, δεν είναι καν για να παραβιάζονται (όπως λέει μια ευρέως αποδεκτή χαζομάρα). Είναι για να εφαρμόζονται και να λύνουν προβλήματα. Αν για οποιοδήποτε λόγο είναι ανεφάρμοστοι, τους πετάμε στα σκουπίδια. Έτσι απλά.

Η όποια δε σύνδεση του αγαθού της ασφάλειας με συμπλεγματικές ιδεοληψίες και στερεότυπα δεν μπορεί παρά να αποτελεί, αν όχι λαϊκισμό και πολιτικαντισμό, τουλάχιστον ελαφρόμυαλη αντίληψη της πραγματικότητας και ανευθυνότητα. Η βία του κράτους, όπως και η βία της επανάστασης, δικαιολογείται είτε απορρίπτεται από τις περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται, δεν δικαιώνεται καν εκ του αποτελέσματος.

Στην περίπτωση αυτή, για παράδειγμα, που οι τίγρεις επιτέθηκαν στο θηριοδαμαστή, δεν μας ενδιαφέρει επί της ουσίας αν τον έστειλαν στον άλλο κόσμο ή απλώς στο νοσοκομείο, ούτε αν οι θεατές τρόμαξαν, ούτε αν οι τίγρεις τιμωρήθηκαν. Αξιολογούμε τις περιστάσεις, κρίνουμε και αποφασίζουμε με ποιόν είμαστε ιδεολογικά (όπως και διαμορφώνουμε, επιβεβαιώνουμε ή αλλάζουμε τη γνώμη μας για το αν πρέπει να υπάρχουν παραστάσεις με ζώα στα τσίρκα). Το αν υπάρχει επαρκές νομικό πλαίσιο που να επιτρέπει τέτοιες παραστάσεις, όπως και να απαγορεύει στις τίγρεις να επιτίθενται στους ανθρώπους, λίγο, νομίζω, μας ενδιαφέρει.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Το Δίκτυο


Είναι τόσες πολλές οι ειδήσεις που επιβεβαιώνουν το πολιτισμικό και διανοητικό χάσμα μεταξύ εκκλησίας και κοινωνίας (ενδεικτικά όποιος έχει χρόνο για χάσιμο μπορεί να ρίξει μια ματιά εδώ, εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ) που πλέον ή πρέπει κανείς να αφιερώσει ένα blog να τους ξεγυμνώνει καθημερινά και να βγάζει το άχτι του ή να μην ασχοληθεί καθόλου. Το πρώτο, αν και ιδιαίτερα εύκολο και με καθημερινή πληθώρα ύλης, αναλίσκεται σε θεματολογία που από ένα σημείο και μετά βαίνει επαναλαμβανόμενη (υπάρχουν βέβαια κι εξαιρέσεις, όπως το πρόσφατο δημοψήφισμα των Ελβετών για την ανέγερση μιναρέδων, που οφείλω να ομολογήσω ότι μου προκαλεί συναισθήματα ανάμικτα, κάτι σαν το γάμο των ομοφυλοφίλων: Νομικά, στέκει...). Επομένως, καλύτερα να θεωρεί κανείς κάποια πράγματα δεδομένα και να μην ανακυκλώνει τις επιβεβαιώσεις του, γιατί ως γνωστόν το πολύ το κυρελέησον το βαριέται κι ο παππάς.

Σε αντίθεση λοιπόν, με τις θρησκείες, που χρειάζεται να επιστρατεύσουν σελίδες επί σελίδων και τόμους επί τόμων ατελείωτης φλυαρίας για να υποστηρίξουν τις αρλούμπες τους, υπάρχει και μία κατηγορία καλλιτεχνών που πρέπει να πουν ό,τι έχουν να πουν μέσα σε μία εικόνα ή το πολύ τρία καρέ: Οι σκιτσογράφοι. Το γέλιο, εφ' όσον και όταν προκαλείται, είναι αποτέλεσμα και της ευκολίας με την οποία γινόμαστε κοινωνοί της επιτυχίας της προσπάθειας να γίνει το σύνθετο απλό, ή να φωτιστεί μια ιστορία, τις προϋποθέσεις της οποίας ουδέποτε είχαμε φανταστεί. Άλλες φορές μετράει το μήνυμα, άλλες η ίδια η ιδέα της εικόνας, άλλοτε η ιστορία πίσω απ' αυτή κι άλλοτε το σκίτσο καθ' αυτό. Την ελευθερία αυτή επιλογής που έχει ο -καλός- σκιτσογράφος, ώστε να κάνει διαλείμματα από το αστείο με το σοβαρό και από το σοβαρό με το αστείο είναι να τη ζηλεύει κανείς. Φαντάζομαι τέτοιες ελευθερίες είναι κοινά χαρακτηριστικά στις τέχνες, μόνο που ο σκιτσογράφος έχει ακόμα την άνεση της απλότητας της εικόνας, της ελευθεριότητας και της αθυροστομίας, του σχολιασμού της επικαιρότητας, της δυνατότητας απουσίας του κειμένου, της αμεσότητας της εικόνας, της μαζικότητας των αντιτύπων...

Ο Quino μας έχει χαρίσει τη σειρά της Mafalda, η διεθνής απήχηση της οποίας είναι από αυτά τα συναπαντήματα της κοινής αίσθησης χιούμορ των ανθρώπων, των κοινών τους προβλημάτων, των κοινών τους εμπειριών, ακόμη κι αν τους χωρίζουν αποστάσεις, σύνορα, κράτη και πολιτισμοί. Υπάρχει, όμως, κι ένα σκίτσο του Quino, το οποίο είχα απολαύσει τόσο πολύ όταν το είχα πρωτοδεί, που πλέον το έχω πλάσει στη μνήμη μου διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι, ακόμα πιο εύγλωττο και λαμπερό. Ξαναβλέποντάς το, ώστε να το βάλω κι εγώ στις πραγματικές του διαστάσεις, αντιλήφθηκα ότι τελικά με έχει επηρεάσει αρκετά και στον τρόπο που σκέφτομαι, που βλέπω τα πράγματα και τη ζωή εν γένει. Από τη μαζικότητα, λοιπόν, της μετάδοσης του σκίτσου του Quino στο πώς αυτό εκλαμβάνεται και αξιολογείται, σε προσωπικό πια επίπεδο, απ' τον καθένα, το νήμα της διαδρομής ενώνει όχι μόνο τον αποστολέα με τον παραλήπτη του μηνύματος, αλλά και τους παραλήπτες μεταξύ τους, διαμορφώνοντας και εκφράζοντας ανησυχίες μέσω της κοινής αίσθησης του αστείου, του πικρού και του γλυκού.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Αντάρτικα στην ταβέρνα

Σε τηλεοπτικό πάνελ που ακολούθησε την επίθεση των "Ομάδων Προλεταριακής Λαϊκής Αυτοάμυνας" στο Αστυνομικό Τμήμα της Αγίας Παρασκευής, ο γνωστός δικηγόρος Φραγκίσκος Ραγκούσης εξέφρασε την άποψη ότι δεν τον ενδιαφέρουν οι φυσικοί αυτουργοί της πράξης αλλά τα κίνητρά τους, οι αιτίες που τους ώθησαν να προβούν στην ενέργεια αυτή, όπως οι κοινωνικές συνθήκες που γέννησαν τέτοιου είδους αντιδράσεις. Ο επίσης γνωστός Βουλευτής Άδωνις Γεωργιάδης του έβαλε τις φωνές, λέγοντάς του ότι με τέτοιου είδους απόψεις δικαιολογεί τους δράστες, συντάσσεται ουσιαστικά μαζί τους, έως και παρακινεί και άλλους σε παρόμοιες επιθέσεις.

Αν και με τον Α. Γεωργιάδη με χωρίζει αγεφύρωτο ιδεολογικό χάσμα, του αναγνωρίζω την ικανότητα στα θέματα αυτά να λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ήτοι να απλοποιεί τα πράγματα και να εκφράζει αυτό που εκτιμώ πως είναι η κοινή λογική: Η κοινωνία δεν οφείλει να αναγνωρίζει, πόσο μάλλον να αποδίδει, τον τίτλο του επαναστάτη σε κακοποιούς και δη αιμοχαρείς. Ουδεμία δικαιολογία σε δολοφόνους και τραμπούκους, οποιαδήποτε κι αν είναι η κοινωνική τους προέλευση, οποιαδήποτε κι αν είναι τα κίνητρά τους, οποιαδήποτε ανταπόδοση κι αν ισχυρίζονται πως κάνουν. Κρίνω πως ο Φ. Ραγκούσης ώφειλε να καταλάβει ότι στόχος τέτοιων ενεργειών δεν είναι η αστυνομία, αλλά η κοινωνία την οποία κι ο ίδιος υποστηρίζει, αυτή στην οποία ζει και εργάζεται, οι ελευθερίες που απολαμβάνει κι οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Και ειδικά όταν από τις ενέργειες στις οποίες ανώφελα και άτσαλα πασχίζει να προσδώσει ιδεολογική υποστήριξη άνθρωποι έχουν σκοτωθεί ή τραυματιστεί, το θέμα δεν είναι πια μόνο πολιτικό, αλλά και τσίπας.

Επίσης, πέραν του αν οι παραπάνω απόψεις του Φ. Ραγκούση είναι κατά βάση υποκριτικές ή αν κάποιος θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτές του Α. Γεωργιάδη ως ακραίες, γεγονός παραμένει ότι η ευτέλεια, που ζει και βασιλεύει πίσω από τα αναμασήματα της όποιας λαϊκίστικης σαχλαμάρας κυκλοφορεί κατά καιρούς, μεταφέρεται ως τρόπος σκέψης και αντανακλάται στην έκφραση της επόμενης γενιάς ψηφοφόρων, ήτοι των μαθητών των Λυκείων. Σε συνέχεια μιας off-air συζήτησης με τη μάχιμη M+Λ σχετικά με την ελληνική εκπαίδευση και την παιδεία των σημερινών μαθητών, αναρωτιέμαι ξανά πόσο ουσιαστικό είναι το αίτημα "περισσότερα λεφτά για την παιδεία", από τη στιγμή που το κύριο, το βαθύ της πρόβλημα δεν είναι τα laptop και οι αίθουσες, αλλά το είδος και η ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Να δεχθώ ότι τα χρήματα είναι π.χ. αυτά που θα φτιάξουν και θα στηρίξουν τα ολοήμερα σχολεία, αλλά πλέον έχουν καταντήσει να γίνονται άλλοθι για την έλλειψη επαγγελματισμού των καθηγητών, για τον εθνοκεντρικό και αναχρονιστικό αχταρμά των εθνικών εορτών, για την αφόρητη ανία των παρελάσεων, για το μικροαστισμό της "Βουλής των Εφήβων", για την ανοχή και την προκλητική απραξία απέναντι στην αδιαφορία και την απειθαρχία. Αυτά που πρέπει ν' αλλάξουν για να συνεισφέρει το σύστημα στην κατάρτιση των μαθητών, στην ουσιαστική τους επιστημονική και κοινωνική μόρφωση, στην προσωπική τους ευτυχία σε τελική ανάλυση, δεν αγοράζονται: Παράγονται.
Διαφορετικά, ο καθένας πορεύεται με τη μοίρα του, τις εμπειρίες του, το μυαλό του, τις παρέες του.

Κάπως έτσι νομίζω ότι γεννήθηκε κι εξαπλώθηκε το "Antifa". Το έβλεπα σε γκράφιτι στους τοίχους, σκέτο, απλά τη λέξη "Antifa", χωρίς να ξέρω τι είναι, αν και συμπέραινα από τα εκάστοτε συμφραζόμενα αναρχο-αριστερίστικες καταβολές. Από το "Ε" της περασμένης Κυριακής, στο οποίο αφιερώνονται αρκετές σελίδες στην περιγραφή και εξιδανίκευση του όρου, έμαθα ότι πρόκειται για ένα Antifaσιστικό κίνημα που γεννήθηκε το 1989 στη Γερμανία κι εξαπλώθηκε και σε πολλές χώρες του κόσμου, με σκοπό την οργάνωση απέναντι στους νεοναζί, τη σύγκρουση μαζί τους και την υποστήριξη των μεταναστών.

Προσωπικά, ανεξαρτήτως της όποιας μετριοπάθειας και συνέπειας αναγνωρίζω ότι οφείλει να επιδεικνύει κανείς σε τέτοιου είδους θεωρητικές τοποθετήσεις, δυσκολεύομαι να μη συμμεριστώ το μειδίαμα που προκαλεί σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας η ιδέα της βίας, εντός ευλόγων ορίων, κατά των νεοναζί. Είναι ακριβώς το ίδιο συναίσθημα που προκαλούν οι συμμετάσχοντες στους βανδαλισμούς της Αθήνας τον περασμένο Δεκέμβριο και οι υποστηρικτές τους (όπως λ.χ. το παραπάνω περιοδικό, στο οποίο τα επεισόδια αυτά αναφέρονται ως "εξέγερση"). Είναι αντανακλαστικό, δεν μπορώ να το περιορίσω. Από την άλλη, επιστρέφοντας γρήγορα-γρήγορα στην ασφάλεια της πολιτικής ορθότητας, δεν μπορώ και να αποδεχθώ την απλοϊκότητα που υποδηλώνεται από τον όρο "αντιφασισμός". Όσο κι αν εννοείται ή υπονοείται, ουσιαστικά λείπει η πρόταση. Το όλο ιδεολόγημα μένει στα μισά, αποσπάται από τον -ούτως ή άλλως- ασαφή προορισμό του, χάνεται στην πορεία. Ο φασίστας έχει συγκεκριμένο στόχο και ξέρει και πώς θα τον πετύχει. Ο αντιφασίστας τι κάνει; Του αρκεί να προβάλλεται ως ο εχθρός του φασίστα;

Απότοκος της γενικότερης ημιμάθειας που χαρακτηρίζει παρόμοια κοινωνικά-νεανικά ρεύματα χωρίς γνωστικό, ιδεολογικό, ιστορικό, οικονομολογικό ή φιλοσοφικό υπόβαθρο, το κίνημα των Antifa φαίνεται να αδιαφορεί για τη μελέτη των κοινωνικών προβλημάτων και την ανάλυσή τους. Καταφεύγει στις απλουστεύσεις, στο μηδενισμό, στις μπουνιές με τους νεοναζί, στην κατ' επιλογήν υπεράσπιση των εξ ορισμού αδυνάτων και ...τίποτα. Αυτά. Οι αντι-φασίστες είναι υπέρ τίνος; Της ανοιχτής κοινωνίας; Της αλληλεγγύης; Της ελευθερίας της σκέψης; Της παραγωγικότητας; Της δικαιοσύνης; Δεν νομίζω, ειδικά αν θυμηθώ ξανά τα επεισόδια του Δεκεμβρίου. Κινήματα όπως των Antifa, ακόμη κι αν τους αναγνωρίσει κανείς αγαθές αρχικές προθέσεις, αποδεικνύονται ανίκανα να ξεφύγουν από το μικρο-κοινωνικό τους lifestyle: Μαντήλα, μπύρα και Manu Chao στις παρυφές, μολότοφ στην κορυφή. Είναι καθαρά θέμα του ελάχιστου έως ανύπαρκτου πνευματικού κόπου που τα έχει στηρίξει, όπως και της ψευδεπίγραφης και επιφανειακής επαναστατικότητας που επικαλούνται.

Μ' αυτά και μ' αυτά, αλλά και για να ατονίσει κάπως η μυρωδιά της νομιμοφροσύνης που ενδεχομένως αναδίδουν τα παραπάνω, θα κατέληγα πως ο καθένας καθορίζει τα προσωπικά του διαλείμματα από την αποδοχή της κοινωνίας που ζει και από τη συμμετοχή του σ' αυτήν. Θα ήθελα πολύ να αντιπαραβάλλω τα συναισθήματα που προκαλεί το σύνθημα που είδα στην Ασκληπιού "ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ ΜΙΑ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙΣ, ΑΧ ΒΡΕ ΚΟΣΜΕ ΓΥΑΛΙΝΕ" και το ακόμα καλύτερο "ΑΛΗΤΕΣ, ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ, ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ" στην Παπανδρέου απέναντι από το Mall, με αυτές, αυτές κι αυτές τις ειδήσεις, αλλά νομίζω πως, τελικά, το πράγμα δεν σηκώνει και περισσότερη ανάλυση. Ακόμη κι αν το χαρακτηρίσει κανείς ημίμετρο, συμβιβασμό, προδοσία, υποκρισία, βλακεία ή όπως αλλιώς, αν θέλει κανείς να είναι πραγματικά συνεπής και ειλικρινής με τον εαυτό του, θα πρέπει τελικά να ξεκινήσει με την παραδοχή πως άλλο η θεωρία, άλλο η πράξη.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ο Μπερλουσκόνι, οι δικαστές και οι παπάδες (ή l'asino che vola)


Με την υπ' αρ. 819/09 απόφασή του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκανε δεκτή αίτηση που κατέθεσε το 2006 η φινλανδικής καταγωγής Ιταλίδα Σόιλε Λάουτσι, κρίνοντας ότι η ανάρτηση της εικόνας του εσταυρωμένου στις σχολικές αίθουσες παραβιάζει αφ΄ενός το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας των μαθητών και αφ΄ετέρου των γονέων να μεγαλώνουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις απόψεις και τις πεποιθήσεις τους.

Η απόφαση αυτή δεν θα έπρεπε να είναι, βέβαια, είδηση, ούτε να χρειάζεται κανείς να καταφεύγει σε παραδείγματα και παραλληλισμούς με ημισελήνους και άλλα τινά σύμβολα αλλοθρήσκων. Θα έπρεπε δηλαδή να είναι παγιωμένη και κοινή πεποίθηση ότι ο κοσμικός χαρακτήρας ενός κράτους δεν ανέχεται οποιαδήποτε θρησκευτική διάκριση.

Η κ. Λάουτσι είχε προσφύγει στα ιταλικά διοικητικά δικαστήρια ήδη από το 2004, χωρίς, φυσικά, να δικαιωθεί. Ιδιαίτερη εντύπωση κάνει, όμως, το αιτιολογικό της απόφασης του ιταλικού Συμβουλίου της Επικρατείας: Ο σταυρός, έκρινε, είναι σύμβολο της ιταλικής ιστορίας και του ιταλικού πολιτισμού και, ακολούθως, της ιταλικής ταυτότητας, καθώς και σύμβολο των αξιών της ισότητας, της ελευθερίας και ανεκτικότητας, όπως και του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους! Έτσι, άλλωστε, είχε ερμηνευθεί το ιταλικό σύνταγμα!

Στην Ιταλία, λοιπόν, χωρίς να υπεισέρχομαι στα υπόλοιπα, σύμβολο του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους είναι ο εσταυρωμένος. Κι αυτό γιατί έτσι λέει το σύνταγμα.

Η χριστιανική θρησκευτική πίστη, ως δόγμα, βασίζεται σε συγκεκριμένα αξιώματα: Ο θεός έχει τριαδική υπόσταση, ο θεός έφτιαξε τον Αδάμ από πηλό κι από το πλευρό του την Εύα, ο θεός είναι πανταχού παρών κ.ο.κ. Ή σου κάνει το πακέτο ως συμβόλαιο και το παίρνεις, ή όχι. Και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει αλλιώς, το δόγμα είναι εκ του δοκώ, δηλαδή πιστεύω. Ή Αδάμ ή homo sapiens. Ευκολίες τύπου à la carte και Free2Go δεν έχει (κι αν δεν κάνω λάθος, η εκκλησία τις ονομάζει αιρέσεις.). Μόνο που από δικαστές και μάλιστα ανώτατους θα περίμενε κανείς μια περισσότερο οξυμένη ικανότητα να διαφυλάττουν την προσωπική τους αξιοπρέπεια, αλλά και το κύρος του θεσμού που εκπροσωπούν.

Στα νομικά, βέβαια, η δικαίωση του όρου "επιστήμη" είναι συναπάντημα σπάνιο, περισσότερο απ' ό,τι σε άλλους τομείς της γνώσης. Και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη επιστημονική επάρκεια από τους δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να πετάξουν στα σκουπίδια το αιτιολογικό της απόφασης του ιταλικού ΣτΕ και να καταλήξουν ουσιαστικά στο ότι, πράγματι, τα θρησκευτικά σύμβολα στις αίθουσες διδασκαλίας, όποια κι αν είναι αυτά, αφ' ενός καταδεικνύουν την επίσημη θέση της πολιτείας υπέρ ενός θρησκεύματος και αφ' ετέρου παραβιάζουν την αρχή της ανεξιθρησκείας και του κοσμικού χαρακτήρα του κράτους. Ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στα καθ' ημάς, όπως και στις αίθουσες των δικαστηρίων, στα εκλογικά κέντρα, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα αστυνομικά τμήματα, στη Βουλή κ.λπ.

Παρότι αμφιβάλλω αν δικαστές του ελληνικού ΣτΕ θα μπορούσαν να φτάσουν στο σημείο να δεχθούν το σταυρό ως σύμβολο κοσμικότητας (αυτό θα το θεωρήσω ιταλική πατέντα, μέχρι νεωτέρας φυσικά), ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Γ. Καλαμίδας φρόντισε να υποδείξει στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να λαμβάνει υπ' όψιν του την άποψη της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών, συμπληρώνοντας δήλωση του Αρχιεπισκόπου, ο οποίος σε μια έκρηξη χριστιανικής αγάπης (και κοσμικότητας) είπε ότι αυτά είναι λυπηρά φαινόμενα, ότι θα πρέπει επιτέλους να σοβαρευτούμε και ότι "δικαιώματα δεν έχει μόνο η μειονότητα αλλά και η πλειονότητα". Ο δε Άνθιμος αντέδρασε σχετικά ήπια, για Άνθιμος, εκφράζοντας τη βεβαιότητα ότι οι Έλληνες θα πράξουν αυτό που πρέπει.

Επιστρέφοντας στην Ιταλία, εννοείται ότι η αντίδραση του Βατικανού ήταν άμεση. Μίλησαν για αποξένωση της Ιταλίας από τις παραδοσιακές της αξίες, για εξαμερικανισμό της κουλτούρας τους, για τις κολοκύθες του Χάλογουϊν, καταλόγισαν στο Δικαστήριο πρόθεση να "τεθούν εν αμφιβόλω οι ρίζες από τις οποίες βλάστησαν τα Ανθρώπινα Δικαιώματα" και χαιρέτισαν την άσκηση έφεσης κατά της απόφασης από το ιταλικό κράτος. Επίσης, ο γνωστός για την -στα όρια του μοναχισμού- εγκράτειά του κ. Σίλβιο Μπερλουσκόνι, στο ίδιο πνεύμα με τις δηλώσεις Καλαμίδα και των ανωτέρω Αρχιερέων, είπε ότι η απόφαση αυτή δεν σέβεται την πραγματικότητα και ότι ο ίδιος δεν τη θεωρεί δεσμευτική.


Ας σεβαστούν, επομένως, την πραγματικότητα οι Ιταλοί, οι Έλληνες κι όλοι οι υπόλοιποι χριστιανοί Ευρωπαίοι της πλειονότητας κι ας δεχθούν ότι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα γεννήθηκαν από το Χριστιανισμό, ότι ο σταυρός είναι σύμβολο της ανεξιθρησκείας, ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων θέλει να τους κάνει αμερικανάκια, ότι ο γάιδαρος πετάει και γενικά ό,τι χρειάζεται για να παραμείνει ο Σίλβιο στην πρωθυπουργία, ο Πάπας στο Βατικανό, οι δικαστές στις έδρες, τα ποίμνια στους ποιμένες, ο θεός στον ουρανό κι ο σταυρός στις σχολικές αίθουσες.

Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα λοιπόν και όλα αυτά βέβαια, λίγο ή πολύ, έχουν χιλιοειπωθεί. Η ενέργεια όμως αυτή της κ. Λάουτσι να "χτυπήσει" το σύμβολο του Χριστιανισμού στην Ιταλία είναι εξαιρετικά τολμηρή και η επιτυχής μέχρι στιγμής έκβασή της ενισχύει την πίστη ότι θ' απαλλαγούμε σύντομα από κάθε λογής παρασιτιστικής διάθεσης θεσμούς. Απειλές τύπου "δικαιώματα έχει και η πλειονότητα" θα μπορούσαν ίσως να έχουν αποτέλεσμα μερικά χρόνια πριν, πλέον, ανεξαρτήτως του τι πιστεύει κανείς, είναι τόσο συχνά τα παραδείγματα, τόσο αμείλικτη η πραγματικότητα (όπως αυτή), που η ίδια η "πλειονότητα" έχει δώσει το θάρρος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να κάνει το καθήκον του, στον Πρόεδρο της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας κ. Δ. Μπράτη να συμφωνεί και, αργά ή γρήγορα σε κάποιον γονιό να ανοίξει το δρόμο και στην Ελλάδα, υποβάλλοντας ένα παρόμοιο αίτημα στο διευθυντή του σχολείου του παιδιού του. Κι εάν η εκκλησία είχε στοιχειώδη αντανακλαστικά επιβίωσης, θα το είχε κάνει ήδη η ίδια.
Αλλά προφανώς, μωραίνει ο Kύριος ον βούλεται απωλέσαι.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Σε παγκόσμια πρώτη (το πολύ δεύτερη)


O Τζουνιχίρο Τανιζάκι γεννήθηκε το 1886 και πέθανε το 1965 στην Ιαπωνία, αναγνωρισμένος παγκόσμια ως ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες της χώρας του. Έγραψε μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, δοκίμια και θεατρικά, κυρίως με θέμα το καταστροφικό ερωτικό πάθος και τη σεξουαλικότητα, αλλά και την περιγραφή της εξέλιξης της ιαπωνικής οικογένειας μέσα στη ρευστότητα του 20ού αιώνα και την αναζήτηση της πολιτιστικής της ταυτότητας, κατ' αντιδιαστολή με αυτήν της Δύσης.

Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες γεννήθηκε στην Αργεντινή το 1899. Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους Αργεντίνους λογοτέχνες, με παγκόσμια απήχηση. Έγραψε διηγήματα φαντασίας, δοκίμια και ποίηση. Πέθανε στη Γενεύη το 1986.

Ο Τανιζάκι ήταν γιος εύπορης αρχικά οικογένειας, που αργότερα αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Ο σεισμός στο Τόκυο το 1923 τον έκανε να αναθεωρήσει τη δυτικότροπη μέχρι τότε ζωή του και να στρέψει το ενδιαφέρον του στη μελέτη -και στον εξωραϊσμό- της ιαπωνικής παράδοσης και αισθητικής. Σε ένα δοκίμιο που έγραψε το 1933 αντιπαρέβαλε την ομορφιά των σκιών της Ιαπωνίας και τη λεπτότητα και τη διακριτικότητα της θεωρούμενης ως ιδανικής συμπεριφοράς των ανθρώπων της με την αισθητική του φωτός της Δύσης, με την ανάγκη της τελευταίας να λούζει το κάλλος στο φως, με το θορυβώδες της καθημερινότητάς της.

Το δοκίμιο αυτό ονόμασε “Το εγκώμιο της σκιάς”.


Ο Μπόρχες ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένος, χωρίς πάντως να διεκδικήσει ποτέ ρόλο ασυμβίβαστου και μαχητικού δημοκράτη. Το 1955 ανέλαβε Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Αργεντινής, έχοντας ωστόσο χάσει την όρασή του. Σε ποιητική συλλογή που εξέδωσε δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, γράφει (μεταφράζω από τα αγγλικά):

"Οι φίλοι μου δεν έχουν πρόσωπα
Οι γυναίκες είναι αυτό που ήταν και πριν χρόνια
Μια γωνιά ενός δρόμου θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη
Δεν υπάρχουν γράμματα στις σελίδες των βιβλίων.

Απ' τις γενιές των κειμένων της γης
Διάβασα μόνο λίγες
Αυτές που συνεχίζω να διαβάζω στη μνήμη μου
Διαβάζοντας και παραμορφώνοντάς τις.
Από το Νότο, την Ανατολή, τη Δύση και το Βορά
συγκλίνουν οι δρόμοι που με οδήγησαν στο μυστικό μου κέντρο.

Τώρα μπορώ να τους ξεχάσω.
Φτάνω το κέντρο μου,
την άλγεβρα και το κλειδί μου,
τον καθρέφτη μου.
Σύντομα θα ξέρω ποιός είμαι."

Το ποίημα αυτό, όπως και όλη η συλλογή, ονομάζεται “Το Εγκώμιο της Σκιάς”.


Στο google δεν βρήκα κάποια σελίδα που να αναφέρει μαζί το Μπόρχες και τον Τανιζάκι. Ούτε κάτι που να συνδέει άμεσα τους δύο λογοτέχνες. Τα δύο ομώνυμα έργα τους είναι σε εντελώς άλλο κλίμα, με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο, γραμμένα υπό εντελώς διαφορετικές συγκυρίες, από διαφορετικούς ανθρώπους, σε διαφορετικά μέρη της γης και για διαφορετικούς λόγους. Κι εννοείται ότι ένας λογοτέχνης όπως ο Μπόρχες, αν ήθελε να συνδέσει το έργο του με αυτό του Τανιζάκι, θα καθιστούσε την πρόθεσή του σαφή. Επίσης, δεν πρέπει να είναι θέμα μετάφρασης ή απόδοσης του τίτλου, αφού, αν και δεν ξέρω ιαπωνικά, αυτός έχει μεταφραστεί στα αγγλικά με πανομοιότυπο τρόπο.


Και ξαφνικά, κάπου εκεί στις υποσημειώσεις και τις παραπομπές, να μια λεπτομέρεια που ενδεχομένως φωτίσει το μυστήριο. Λίγα μόνο χρόνια προτού πεθάνει, ο Μπόρχες παντρεύτηκε τη Μαρία Κοδάμα, Αργεντίνα συγγραφέα και μεταφράστρια, που γεννήθηκε το 1945 και σπούδασε Φιλολογία. Συντρόφευσε τον Μπόρχες σε αρκετά ταξίδια του, μεταξύ των οποίων και στην Κρήτη. Ο πατέρας της ήταν Ιάπωνας αρχιτέκτονας, που ζούσε στο Μπουένος Άιρες.


Μίλησε η Κοδάμα στον Μπόρχες για το βιβλίο του Τανιζάκι;
Δεν το έκανε ποτέ και απλώς πρόκειται για σύμπτωση;
Του μίλησε, το ξέχασε, αλλά κάπου στο βυθό της μνήμης του έμεινε ο τίτλος αυτός, τόσο παρήγορος για έναν τυφλό, και αναδύθηκε μαζί με τους παραπάνω στίχους;
Κάτι άλλο; Πολλά άλλα;
Άγνωστο.

Όπως άγνωστο είναι και πόσες άλλες εκδοχές του σκότους έχουν εμπνεύσει, πόσα άλλα εγκώμια σκιών έχουν γραφεί και θα γραφούν. Η Τέχνη, ως -εκτός των άλλων- διαχείριση του υποσυνειδήτου (ή ακόμα και του τυχαίου), εμπνέεται από τον εαυτό της και τον αναπαράγει ως εκδοχή του, σα fractal:
Η αποκάλυψη της ευρύτερης εικόνας είναι που εξηγεί το μέρος. Και, φυσικά, το αντίστροφο.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Από το ΟΧΙ στο ΝΑΙ

O προβληματισμός περί της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πέραν των όποιων επί της ουσίας συζητήσεων και διαφωνιών, παρουσιάζει και μία επιπλέον ενδιαφέρουσα πλευρά: αυτή των όρων με τους οποίους καθορίζεται η εξωτερική πολιτική και οι εξωτερικές σχέσεις μιας χώρας.

Κατ' αρχάς είναι αδύνατο να διαχωριστεί η γέννηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το όραμα και τη θέληση των κρατών-μελών, αν όχι για ξεκάθαρη πολιτική ένωση με ομοσπονδιακή μορφή, τουλάχιστον για τη στενότερη δυνατή σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων, οικονομικών, νομικών και θεσμικών. Και η έννοια, εν προκειμένω, του οράματος, δεν μπορεί παρά να περικλείει και να υποθάλπει την πίστη, συναισθηματική και λογική, στη δυνατότητα και στους καρπούς συνεργασίας μεταξύ των κρατών και των ανθρώπων, στο κοινό πολιτισμικό τους μέλλον, στην παράκαμψη των διαφωνιών τους και στην από κοινού ανοικοδόμηση μιας νέας πολιτικής οντότητας αρχικά και, μακροπρόθεσμα, στο γύρισμα του τροχού της ιστορίας προς την ίδρυση και την εδραίωση μιας καθολικής κοινότητας.

Όλο αυτό, είτε συμφωνεί κανείς μαζί του και το επιδιώκει, είτε το παρακολουθεί, είτε το μάχεται, διαπνέεται από αγώνες, από κόπους, από αμφισβητήσεις και συγκρούσεις, από ήττες και νίκες, όπου πάντα νομίζω κρίσιμο ρόλο έχει το όραμα και η προσδοκία της ευημερίας. Και αν προσπαθήσει κανείς να το απομονώσει κανείς από κάθε λογής συναισθηματισμούς, καλοπροαίρετους ή όχι και βάσιμους ή όχι, οφείλει να αναγνωρίσει ότι μόνο το οικονομικό συμφέρον δεν χτίζει κοινωνίες, μονάχα εφήμερα κέρδη αποδίδει. Όσο κι αν καταπατάμε το όραμα καθημερινά, όσο κι αν το υποβαθμίζουμε, όσο κι αν επιδιώκουμε να το ξεπεράσουμε στο όνομα του όποιου ρεαλισμού, αυτό είναι που τελικά διαχωρίζει και καθορίζει τα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα και κινήματα.

Εν προκειμένω η ΕΕ, σε σχέση (και σύγκριση) με προηγούμενες ή υφιστάμενες πολιτικές ενώσεις, όπως το ΗΒ, η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ, έχει ένα ιδιαίτερα σημαντικό και μοναδικό χαρακτηριστικό: στη γέννησή της, στην ιστορική της πορεία, στη διεύρυνσή της, στα επιτεύγματά της, απουσιάζει η βία. Η ίδια της η ύπαρξη και συνέχεια βασίζεται στη διάθεση των μελών της και φροντίζει να τη συντηρεί με βαθιές πολιτειακές τομές, με άμεσα και απτά οικονομικά ανταλλάγματα και κίνητρα, με την εξάπλωση ενός κοινού νομικού χώρου και πολιτισμού, με την προσπάθεια για την ενίσχυση της δημοκρατίας και της αντιπροσωπευτικότητας σε κάθε επίπεδο εξουσίας και τελικά με την εμπέδωση της συνείδησης του πολίτη της Ένωσης και την εξ αρχής θεσμική ισότητά του με τον αντίστοιχο όλων των άλλων κρατών-μελών. Στο όραμα, δηλαδή, της ΕΕ, πρωταγωνιστικό ρόλο για την επιδίωξη της ευημερίας παίζει η πολιτική και η οικονομία, υπό τους όρους, βέβαια, της Δυτικής Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.

Επί του προκειμένου, λοιπόν, δεν νομίζω ότι αργεί να διαπιστώσει κανείς ότι αυτό που ονομάζουμε "Ευρωπαϊκό Πολιτισμό", δυσκολεύεται να συνυπάρξει με τη σημερινή πολιτισμική πραγματικότητα της Τουρκίας. Και, φυσικά, δεν τίθεται θέμα αποδοχής ή σεβασμού της διαφορετικότητας: Η Τουρκία οφείλει να προσαρμοστεί στα ευρωπαϊκά δεδομένα και όχι η ΕΕ να κάνει εκπτώσεις (διότι περί εκπτώσεων πρόκειται), όπως αντιστοίχως προσαρμόστηκε η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Ισπανία. Δεν θεωρώ δηλαδή πολιτικά περισσότερο ορθό να θεωρητικολογήσει κανείς υπέρ της άκαρπης πολυπολιτισμικότητας, εθελοτυφλώντας στους πραγματικούς και προσδιορίσιμους δείκτες και παράγοντες ευημερίας των κοινωνιών. Η σύγκριση και η αξιολόγηση των πολιτισμών είναι και εφικτή και αναγκαία, με κρίσιμο, μάλιστα, χαρακτηριστικό τους όρους λήψης αποφάσεων των ανθρώπων που τις αποτελούν και τις υποστηρίζουν.

Έτσι, η στάση της Ελλάδας απέναντι στο θέμα της εισόδου της Τουρκίας στην ΕΕ, πέραν του ότι, παρεμπιπτόντως, είναι απολύτως ενδεικτική του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, οφείλει και να ισορροπήσει μεταξύ δύο εκδοχών: α) Της συνέχειας του ελληνικού κράτους εντός της ΕΕ και β) της συνέχειάς του εκτός της ΕΕ.

Η πρώτη εκδοχή, την επιδίωξη της οποίας προς το παρόν θεωρούμε δεδομένη, αλληλεπιδρά με την επίτευξη των στόχων της ίδιας της ΕΕ. Δηλαδή, πόσο σημαντικοί είναι οι όροι διεύρυνσης της ΕΕ για την ίδια της την επιβίωση; Και κατά πόσο η επιβίωση αυτή επηρεάζει την ευημερία των κρατών-μελών της, άρα και της δικής μας; Και, δευτερευόντως, κατά πόσο θα προωθηθεί η οριστική επίλυση των ελληνοτουρκικών ζητημάτων με την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ;

Ως προς τη δεύτερη εκδοχή, αυτή περί εγκατάλειψης της ΕΕ, δεδομένης και της παρούσης οικονομικής συγκυρίας, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να προσπαθεί να τη σκιαγραφήσει κανείς, ανεξαρτήτως όλων των ενδεχομένων ως προς την τελική, άνευ ημών, ευόδωση του εγχειρήματος της ΕΕ. Ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία αν σ' αυτήν συμμετείχε η Τουρκία ή όχι. Τα πράγματα θα ήταν τόσο δύσκολα, η οικονομία θα ήταν τόσο ανεπανόρθωτα προβληματική, που η πτώχευση θα ήταν θέμα -λίγου- χρόνου.

Αναγκαστικά, λοιπόν, το μέλλον της Ελλάδας έχει συνδεθεί με αυτό της ΕΕ. Ενδεχομένως να απορροφηθεί κι από αυτό, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση (στην οποία, είμαι σίγουρος, χωρεί κάθε εσχατολογική, εθνοκεντρική, στενόμυαλη και μεγαλοϊδεατίστικη ιδεοληψία). Θα μπορούσε, επομένως, να καταλήξει κανείς στο ότι, πέραν της υφαλοκρηπίδας και του Κυπριακού, εφ' όσον αποδεχθεί κανείς ότι αφ' ενός είναι προς το ευρύτερο στρατηγικό συμφέρον της ΕΕ το άνοιγμα προς την Ανατολή και αφ' ετέρου εκτιμήσει ότι η ιδιότητα του Ευρωπαίου Πολίτη θα είναι σημαντικότερη από αυτήν του Έλληνα, οφείλει και να τοποθετηθεί υπέρ των προσπαθειών της Τουρκίας για ένταξη, ανεξαρτήτως αν αυτή δείχνει να μπορεί να το επιτύχει ή όχι. Αντιστοίχως, αν αποφασίσει ότι η διεύρυνση θα βλάψει τα παρόντα ή μελλοντικά του συμφέροντα, θα πρέπει να αντιταχθεί στην ένταξη, είτε αυτή είναι εφικτή είτε όχι. Σωστά;

Λάθος.

Ξεχάσαμε το όραμα.

Έχουμε την ιστορική ευκαιρία να δώσουμε έμπρακτα το παράδειγμα για το πώς οραματιζόμαστε τις κοινότητες, για το πώς προτείνουμε να εξελιχθεί ο πολιτισμός. Εμείς, πρώτοι και καλύτεροι, να υποδείξουμε στις επόμενες γενιές τι να θεωρούν δεδομένο και τι να προσπαθούν, να αποδείξουμε ότι η πίστη στις ανοιχτές κοινωνίες δεν είναι λόγια κενά, αλλά ότι προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα ακόμα δύσκολο βήμα προς τα μπρος, ότι οι αιματηρές θυσίες του 20ου αιώνα που παραλάβαμε και διαμορφώσαμε δεν έγιναν μάταια. Μετά το ΟΧΙ, η κληρονομιά ενός ΝΑΙ θα είναι εξ ίσου πολύτιμη. Ενδεχομένως με όρους και με τις μικρότερες δυνατές εκπτώσεις, αλλά πάντως με επίγνωση της ευθύνης λήψης μιας σπουδαίας ιστορικής απόφασης και με την ελπίδα ότι αυτή θα αποφέρει καρπούς και δεν θα προδοθεί στην πρώτη αναποδιά. Η δυσκολία και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης είναι δεδομένη, η μέχρι σήμερα συμπεριφορά της Τουρκίας δεν είναι η ιδανική (όπως φαίνεται κι εδώ) και γενικά οι όλες συνθήκες είναι τέτοιες που καθιστούν το εγχείρημα άξιο λόγου, προσπάθειας και θυσιών.


ΥΓ Εξαίρεση, λέει, πέτυχε η Τσεχία από τη Χάρτα Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με αντάλλαγμα να υπογράψει τη συνθήκη της Λισσαβώνας... Αναρωτιέμαι αν ενεργούσαν με παρόμοιο τρόπο η Γαλλία και η Γερμανία ποιό θα ήταν το μέλλον της ΕΕ... Και της Τσεχίας...


Κυριακή, 18 Οκτωβρίου 2009

Ο αντιβρετανός


Ο ορισμός της έννοιας της επιστήμης είναι μάλλον προβληματικός.
Δειγματοληπτικά, το Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη (Έκδοσης 1993) κάνει λόγο για πλήρη και ακριβή γνώση ορισμένων πραγμάτων και για σύνολο συστηματικών γνώσεων που αναφέρονται σε ορισμένο κύκλο φαινομένων.
To Λεξικό του Cambridge για τη γνώση που προκύπτει από τη συστηματική μελέτη της δομής και της συμπεριφοράς του φυσικού κόσμου και ειδικά δια της παρατήρησης, της μέτρησης και του πειραματισμού και για την εξέλιξη θεωριών που περιγράφουν τα αποτελέσματα αυτών των διεργασιών.

Ανεξάρτητα από την όποια ακρίβεια και πληρότητα των ανωτέρω ορισμών, αλλά και από την τρέχουσα πραγματική έννοια της επιστήμης στην καθομιλουμένη, ο επιστήμονας καθορίζεται από την εποχή του. Και με τον όρο εποχή εννοώ και το γενικό επίπεδο εξέλιξης της γνώσης, αλλά και τη δυνατότητα πρόσβασης σ' αυτήν. Γεγονός, επίσης, είναι ότι, όπως έχουν έρθει τα πράγματα, η τεχνολογία τείνει να περιορίσει τόσο τον αριθμό των επιστημόνων, όσο και την έννοια της επιστήμης καθ' αυτήν. Ουδείς αμφιβάλλει ότι σε 200 χρόνια η επιστήμη της ιατρικής θα έχει κατακτήσει άλλες γνώσεις και διαδικασίες διάγνωσης και θεραπείας: Ο επιστήμονας του σήμερα θα είναι ένας χειριστής ενός μηχανήματος του αύριο κι ένας απλός καταναλωτής του μεθαύριο. Ακόμα και οι θεωρητικές επιστήμες, αυτές δηλαδή στις οποίες εκ φύσεως η εξέλιξη της τεχνολογίες έχει το μικρότερο άμεσο αντίκτυπο, όπως η ιστορία ή η νομική, είναι θέμα χρόνου να μαθηματικοποιηθούν, αν μου επιτρέπεται ο όρος, να ανακαλυφθούν τα μοντέλα δομής και λειτουργίας τους και να γίνουν κοινή γνώση που θα διαχυθεί στις κοινωνίες, εύκολα, απλά και κατανοητά για όλους.

Αυτά, βέβαια, υπό μία προϋπόθεση: Την επιβίωση των πολιτισμών που προάγουν και παράγουν πολιτισμό, εκείνων που γεννούν τις συνθήκες επιστημονικής και οικονομικής ανάπτυξης. Όπως κάποτε της Αθήνας και της Ρώμης, αργότερα της Γαλλίας και της Βρετανίας, σήμερα των ΗΠΑ και της ΕΕ, αύριο ποιος ξέρει.

Ο όρος, όμως, "επιβίωση" είναι κρίσιμος. Επιβίωση όπως νίκη, όπως επικράτηση, όπως επέκταση, δηλαδή με πολεμικούς όρους, παρ' ό,τι, για συναισθηματικούς κυρίως λόγους, εξακολουθεί ν' αναπνέει κάπου η ελπίδα της ειρηνικής εξέλιξης των πραγμάτων, της ως εκ θαύματος επιβολής δια της πειθούς. Παρ' όλα αυτά, αν τα πράγματα εξελιχθούν και προς τη σύγκρουση, όπως αμείλικτα μας διδάσκει η ιστορία (αλλά και η σύγχρονη πραγματικότητα), οι θεωρίες και τα οράματα θα πρέπει να μετουσιωθούν σε πράξεις με φυσικές και πραγματικές συνέπειες, σε θυσίες και καταστροφές, σε βία.
Κρατάω προς το παρόν την αισιόδοξη εκδοχή, αυτή δηλαδή που ψιλοαγνοεί το 1 δισεκατομμύριο των ανθρώπων που καθημερινά αντιμετωπίζουν πρόβλημα πείνας και, ελπίζοντας χαζοχαρούμενα ότι κάπως και κάποτε θα αποκτήσουν κι αυτοί τη δυνατότητα να διαλέγουν ανάμεσα σε 30 ήδη σοκολάτας στα σούπερ-μάρκετ, μένω λίγο στο θέμα του πολέμου, κυρίως επ' αφορμή του βιβλίου του Michael Scott "From Democrats to Kings".

Από τη μια ο συγγραφέας, διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, ισχυρίζεται εδώ ότι σκοπεύει να περιγράψει τη μετάβαση από τη δημοκρατία της Αθήνας στη βασιλεία του Μ. Αλεξάνδρου, από την άλλη ελληνικές εφημερίδες, όπως το Βήμα εδώ, ισχυρίζονται ότι αποκαλεί τον Αλέξανδρο "μαμμόθρεφτο" και τους 300 του Λεωνίδα "τραμπούκους" και ότι αμφισβητεί "τις αξίες και τα επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας".
Χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο και χωρίς να προτίθεμαι να το κάνω, τείνω να πάρω το μέρος του συγγραφέα. Πρώτον, επειδή στο σύνολο της κριτικής που του ασκείται από τον ελληνικό τύπο και τα διάφορα blogs αναφέρεται ότι αναδημοσιεύουν απόψεις άλλων χωρίς να έχουν διαβάσει το βιβλίο. Δεύτερον, επειδή δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η συσχέτιση του συγγραφέα με το brand name "Cambridge" δεν παρέχει κάποια ελάχιστα εχέγγυα επιστημοσύνης και σοβαρότητας (χωρίς πάντως να υποτιμώ τον παράγοντα "δόξα και λεφτά"). Τρίτον, επειδή είναι πάντα χρήσιμες οι εμπεριστατωμένες απόπειρες αποδόμησης των ιστορικών προτύπων, ακόμη και όταν γίνονται εκ του πλαγίου ή με χιουμοριστική διάθεση. Και τέταρτον, επειδή η φράση "αξίες και επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας" είναι ενδεικτική της διάθεσης, αλλά και του επιπέδου και της κατάρτισης του συντάκτη.

Προσωπικά δεν έχω αμφιβολία ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν ήταν "μαμμόθρεφτο", αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με την κοινή λογική που λέει ότι δεν μπορεί να είναι μαμμόθρεφτο κάποιος που ξεκινάει με το στρατό του από τη Μακεδονία και φτάνει στην Ινδία κατακτώντας όποιον βρίσκει στο δρόμο του. Απλή λογική, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες της εποχής, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί παρά να είναι εκτός πραγματικότητας. Όσο για τους Σπαρτιάτες, ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι στην προ Θερμοπυλών ζωή τους ήταν καθεστωτικοί τραμπούκοι, το πρότυπο της αντίστασης των λίγων απέναντι στους πολλούς, η γενναιότητα και η αδιαφορία για το σίγουρο θάνατο, παραμένει ισχυρό και διαχρονικό. Θεωρώ, έτσι, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και χρήσιμη την πληροφορία ότι ο Μ. Αλέξανδρος μπορεί και να ήταν μαμμόθρεφτο, όπως και αυτή ότι οι Σπαρτιάτες μπορεί και να ήταν και τραμπούκοι. Με βοηθά να έχω σφαιρικότερη άποψη απέναντι στα πράγματα, να μην ξεχνιέμαι και να μην επαναπαύομαι στα στερεότυπα, μου κάνει γενικά καλό, με κάνει εξυπνότερο, είτε ισχύει είτε όχι.

Δεν μου αρκεί, δηλαδή, ότι οι Έλληνες δημοσιογράφοι τη θεωρούν ανθελληνική (τι πρωτότυπο!), αυτό θα ήταν απλώς μια παρορμητική αντίδραση, μου αρκεί, όμως, ότι ανανεώνει την εμπιστοσύνη μου στον πολιτισμό της επιστήμης δια μόνης της αμφιβολίας και της συζήτησης. Το δε πρότυπο της μάχης των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. ή της μάχης της Βρετανίας το 1940 μ.Χ., εννοείται ότι παραμένει αναλλοίωτο, όπως θα παρέμενε ακόμη κι αν ήταν μύθος.

Εν πάσει περιπτώσει και χωρίς να θέλω να παραστήσω
τον επιστήμονα περί των ενδυματολογικών παραδόσεων των απανταχού γαλαζοαίματων, παραθέτω ως αντίποινα φωτογραφία της Βασίλισσας Ελισάβετ, που αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά έχει από τις θειάδες που συναντά κανείς εν αφθονία ανά την Ελλάδα. Παραθέτω επίσης τη φωτογραφία ενός γερακιού που τόλμησε να πλησιάσει τη φωλιά ενός ηρωικού σπίνου και βρήκε τον μπελά του. Ο σπίνος, πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, τσαμπουκαλευόταν και στα μικρότερα πουλιά της περιοχής του, πουλούσε μούρη και γενικά είχε φήμη κωλοπαιδαρά και τραμπούκου.

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2009

Επ' αφορμή του νέου Υπουργικού Συμβουλίου


"... Γιατί ο φυσικός ηγεμόνας έχει λιγότερους λόγους και μικρότερη ανάγκη να βλάψει: έτσι είναι περισσότερο αγαπητός· και αν υπερβολικά ελαττώματα δεν τον κάνουν μισητό, είναι λογικό και φυσικό να τον θέλουν οι υπήκοοί του. Και στην παλαιότητα και τη συνέχεια της ηγεμονίας σβήνουν οι αναμνήσεις και οι λόγοι των καινοτομιών: γιατί πάντοτε μία αλλαγή προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη.

... Στην καινούρια όμως ηγεμονία υπάρχουν οι δυσκολίες. Πρώτα απ' όλα, αν δεν είναι τελείως καινούρια αλλά μέλος ενός κράτους που μπορεί όλο μαζί να ονομαστεί μεικτό, οι αλλαγές γεννιούνται κατ' αρχήν από μια φυσική δυσκολία που υπάρχει σε όλες τις καινούριες ηγεμονίες: οι άνθρωποι θέλουν να αλλάζουν ηγεμόνα, πιστεύοντας ότι έτσι θα καλυτερέψει η κατάστασή τους· και αυτή η πίστη τους κάνει να σηκώνουν τα όπλα εναντίον του· έτσι όμως εξαπατούν τον εαυτό τους, γιατί βλέπουν κατόπιν από την πείρα ότι τα πράγματα χειροτέρεψαν. Αυτό προκύπτει από μια άλλη φυσική και κοινή αναγκαιότητα, σύμφωνα με την οποία πάντοτε ο καινούριος ηγεμόνας είναι υποχρεωμένος να βλάψει εκείνους που τον έφεραν στο αξίωμα, είτε με τα στρατεύματά του, είτε με με αναρίθμητες άλλες πιέσεις που επιβάλλει η νέα κατάκτηση· μ' αυτόν τον τρόπο έχεις εχθρούς όλους εκείνους που έβλαψες για να καταλάβεις αυτή τη χώρα, και δεν μπορείς να διατηρήσεις φίλους εκείνους που σε βοήθησαν σ' αυτό, μη μπορώντας να τους ικανοποιήσεις με τον τρόπο που περίμεναν, και μη μπορώντας να χρησιμοποιήσεις εναντίον τους ισχυρά φάρμακα, όντας υποχρεωμένος σ' αυτούς...

... Όταν βλέπεις τον υπουργό να σκέφτεται περισσότερο τον εαυτό του από σένα, και σε όλες τις πράξεις να αναζητεί το συμφέρον του, αυτός που κάνει τέτοια πράγματα δεν θα είναι ποτέ καλός υπουργός και δεν θα μπορείς ποτέ να του έχεις εμπιστοσύνη: γιατί εκείνος που διαχειρίζεται το κράτος κάποιου, δεν πρέπει ποτέ να σκέφτεται τον εαυτό του, αλλά πάντοτε τον ηγεμόνα, και να μην τον απασχολεί ποτέ με πράγματα που δεν τον αφορούν. Και από την άλλη πλευρά, ο ηγεμόνας για να τον διατηρεί καλό, πρέπει να σκέφτεται τον υπουργό, τιμώντας τον, κάνοντάς τον πλούσιο, υποχρεώνοντάς τον, δίνοντάς του τιμές και αξιώματα· έτσι που να συμβεί να μην μπορεί να σταθεί χωρίς αυτόν, και οι πολλές τιμές να μην τον κάνουν να επιθυμεί περισσότερες τιμές, τα πολλά πλούτη να μην τον κάνουν να επιθυμεί περισσότερα πλούτη, τα πολλά αξιώματα να τον κάνουν να φοβάται τις μεταβολές. Όταν λοιπόν οι υπουργοί και οι ηγεμόνες προς τους υπουργούς φέρονται μ' αυτόν τον τρόπο, μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο· και όταν συμβαίνει αλλιώς, το τέλος είναι πάντοτε βλαβερό ή για τον έναν ή για τον άλλον."
Νικολό Μακιαβέλι, "Ο Ηγεμόνας", Κάκτος 2006 (Μετάφραση Ηλέκτρας Ανδρεάδη)
Αυτά και άλλα πολλά δίδασκε ο Μακιαβέλι. Ευτυχώς, τα 500 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τότε ήταν τελικά αρκετά.

Κουβέντα να γίνεται

Democracy, όπως το πολίτευμα της δημοκρατίας.
Republic, όπως η χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα.

Κι όμως, αυτά που χωρίζουν τους Δημοκρατικούς με τους Ρεπουμπλικάνους είναι πολύ πιο ουσιώδη και σημαντικά από τις διαφορές των δύο αυτών εννοιών. Σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος, πολιτισμού, κοσμοπολιτισμού, ακόμα και αισθητικής. Συγκλίνουν σε κάποια θέματα που αφορούν την οικονομία ή την εξωτερική πολιτική, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται πάντα και χωρίς αυτό να τους καθιστά ίδιους. Δεδομένου δηλαδή ότι οι ΗΠΑ έχουν μέσες-άκρες τα τελευταία χρόνια σαφές μοντέλο οικονομίας και μάλιστα σχετικά επιτυχημένο, οι όποιες διαφορές πλεύσης αποφασίζονται και εφαρμόζονται από τον εκεί δικομματισμό κινούνται πάντα εντός ενός συγκεκριμένου και αδιαμφισβήτητου πλαισίου.

Σοσιαλισμός, όπως κοινωνικός έλεγχος των μέσων παραγωγής.
Καπιταλισμός, όπως ιδιωτικός έλεγχος των μέσων παραγωγής και ελεύθερη αγορά.

Στην Ελλάδα το μοντέλο που έχει επικρατήσει και εφαρμόζεται από τον εδώ δικομματισμό είναι κάτι σαν ερασιτεχνικός καπιταλισμός με ολίγη από light σοσιαλισμό, ίσα για το άρωμα. Κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Συμφωνούν πλήρως σε βασικά θέματα, όπως κρατική εποπτεία σε κοινωνικά κρίσιμους θεσμούς, όπως η παιδεία, η υγεία κ.λ.π., ελευθερία στην οικονομία και στην αγορά, ένταξη και συμμετοχή σε αντίστοιχων αντιλήψεων διακρατικές ενώσεις και οργανισμούς. Κι όμως, το μεν ΠΑΣΟΚ δηλώνει σοσιαλιστικό, η δε ΝΔ δεν δηλώνει τίποτα. Οι μόνοι δηλαδή πραγματικά συνεπείς ως προς το οικονομικοκοινωνικό τους πρόγραμμα και την ονομασία τους είναι το ΚΚΕ και οι Φιλελεύθεροι.

Δεν αμφιβάλλω ότι οι ιδέες και οι έννοιες των -ισμών εξελίσσονται και τελούν σε αμφίδρομη σχέση διαμόρφωσης με τα ιδεολογικά και κοινωνικά ρεύματα που εκφράζουν, αλλά η πλήρης αυτή αναντιστοιχία μεταξύ του φαίνεσθαι και του είναι παραμένει ενοχλητική. Ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι στην πολιτική τα όρια μεταξύ ιδεολογικών χώρων οφείλουν να είναι χαλαρά και ενίοτε διαπερατά, ή ακόμα και ότι οι προσωπικές αντιλήψεις των ψηφοφόρων των μεγάλων κομμάτων δεν τα χαρακτηρίζουν αναγκαστικά, πώς να μην προβληματιστεί όταν το ιστορικό ιδεολογικό τρίπτυχο της δεξιάς, δηλαδή το πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, απαντάται στο σύνολο σχεδόν και των αυτοπροσδιοριζόμενων ως κεντρώων και κεντροαριστερών (σίγουρα στις καθημερινές τους επιλογές και πρακτικές, αν όχι και στις απόψεις τους), ή όταν αυτό είναι απολύτως εγκαταλελειμμένο από τους θεωρητικούς της φιλελεύθερης οικονομίας; Ξανά, η συνέπεια του ΚΚΕ και των Φιλελευθέρων ξεχωρίζει. Και δεν μπαίνω στον κόπο να αναφέρω προσωπικά ή και ομαδικά παραδείγματα στους μεν και τους δε που αποδεικνύουν το αντίθετο.

Επίσης, μπαίνει παράλληλα το ερώτημα γιατί να είναι κάτι τόσο σαφώς ορισμένο, σε τι εξυπηρετεί αυτή η δύσκολη, αν όχι μάταιη, προσπάθεια λεκτικής και νοηματικής ακρίβειας στους ορισμούς, αφού τα πολιτικά ρεύματα είναι διαρκώς διαμορφούμενα και προσαρμοζόμενα τόσο στις παγκόσμιες όσο και στις τοπικές περιστάσεις. Ακόμα κι αν το ορίσουμε τώρα, τι αξία θα έχει αυτός ο ορισμός στο μέλλον;

Θα έχει. Τόσο που ακόμα κι αν δεν υπάρχει ο κατάλληλος ορισμός σήμερα, θα πρέπει να εφευρεθεί. Έστω για να εκφράσει, να εμπνεύσει, ακόμα και μόνο για να δείξει ότι υπάρχουν
άνθρωποι με στοιχειώδη πολιτική συγκρότηση και κοινωνική ευαισθησία, που τους ενδιαφέρει και μπορούν να εφευρίσκουν, να εκφράζουν και να εμπνέουν. Οι όροι "αριστερός" και "δεξιός" έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, τουλάχιστον με την πραγματική τους έννοια.
Γιατί είναι αριστερός αυτός που εμμένει σε ένα ιδεολογικό και πολιτικό μόρφωμα του προπερασμένου αιώνα, όπως ο κομμουνιστής, και δεν είναι αυτός που προσπαθεί να διαμορφώσει νέα επαναστατικά οράματα, αντίστοιχα των σημερινών αλλά κυρίως των αυριανών συνθηκών και των αναγκών; Ποιός απ' τους δυο είναι ο επαναστάτης και ποιός ο συντηρητικός;
Ή τι σχέση έχει ο δεξιός επιχειρηματίας που επενδύει, που χάνει και κερδίζει, που φτιάχνει και καταργεί θέσεις εργασίας, που διαμορφώνει την κοινωνία στην οποία ζει, που επενδύει, που ενημερώνεται, που εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του και εκβιάζεται από το κράτος, που συμμετέχει πραγματικά και με κάθε τρόπο στην ελεύθερη αγορά, με τον δεξιό που κάθεται σπίτι του και νομίζει ότι όλοι τα παίρνουν, ότι όλοι θέλουν να τον ξεγελάσουν κι ότι Ελλάδα σημαίνει πολιτισμός;

Ακόμα και στην Αγγλία, το Συντηρητικό Κόμμα (που δείχνει πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα αυτοπεποίθηση και ακρίβεια στην ονομασία του) έχει ιστορικά πάρει και -κυρίως- εφαρμόσει αποφάσεις πραγματικά ριζοσπαστικές και πρωτοποριακές, τόσο που διαμόρφωσαν για πολλές δεκαετίες το κοινωνικό και οικονομικό πρόσωπο της χώρας τους. Παρομοίως και στη Γερμανία, με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Επειδή, λοιπόν, ανατρέχοντας ξανά στον Wittgenstein, τα όρια του κόσμου μας συμπίπτουν με αυτά της γλώσσας μας και, άρα, αν επεκτείνουμε αυτά της γλώσσας μας ενδεχομένως επεκταθούν και αυτά του κόσμου μας, αλλά και επειδή οφείλουμε να μη συνδέσουμε (τουλάχιστον όχι χωρίς αίσθηση του χιούμορ) την ακρίβεια και την ειλικρίνεια του ονόματος του ΚΚΕ και των Φιλελευθέρων με την πολιτική τους πορεία και απήχηση, θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ορίσουμε τη διαφορά του "αριστερού" με τον "δεξιό", του "προοδευτικού" με τον "οπισθοδρομικό", του "επαναστάτη" με του "συντηρητικού", ώστε ο ίδιος αυτός ο ορισμός να γεννήσει και να φανερώσει κι άλλες διαφορές, άλλες πραγματικές κι άλλες εικονικές, άλλες μόνιμες κι άλλες περιστασιακές, που θα δείξουν πότε και προς τα πού συμπορευόμαστε και πότε νικά ο ισχυρότερος.
Αν όχι, αν δηλαδή αυτός ο προσδιορισμός είναι ανέφικτος, αυτό θα σημαίνει και ότι δεν υπάρχει και πραγματική διαφορά για να εκφραστεί, ο συγκερασμός που έχει επέλθει είναι βαθύς και διάχυτος, σε πολλαπλά επίπεδα και κοινωνικά και πολιτισμικά στρώματα.
Η αμερικανοποίηση της πολιτικής μας ταυτότητας θα αποδειχθεί βασιλικότερη του βασιλέως, ήτοι ευρύτερη εκείνης των Αμερικάνων, εκεί όπου το Democracy και το Republic δεν ετυμολογούνται με αγγλικές ρίζες αλλά με ευκολία μιλούν για "πευκόμηλα", "αυγόφυτα" και "αρακοβελάνιδα", που η γλώσσα είναι περισσότερο εργαλείο παρά μουσειακό έκθεμα. Δεν είμαι σίγουρος αν η χροιά της τελευταίας αυτής πρότασης είναι θετική ή αρνητική, αλλά από το δογματικό "στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα" προτιμώ το "στη γλώσσα δεν υπάρχουν αδιέξοδα", είναι πιο ελπιδοφόρο και, μάλλον, ακριβές.

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Πες τα ρε Charles

Το lifestyle και η παγκοσμιοποίηση έχουν ένα κοινό: Είναι λάθος όροι. Ή μάλλον, χρησιμοποιούνται με το λάθος τρόπο. Χωρίς βέβαια αυτό να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πώς τους αντιλαμβανόμαστε, όλοι πάνω-κάτω παραπέμπουμε στις ίδιες περίπου έννοιες όταν τους χρησιμοποιούμε Αν δε προσπαθήσουμε να τους εξηγήσουμε, θα αντιληφθούμε ότι ουδέν ηθικό πρόσημο έχουν: απλώς υπάρχουν, υφίστανται, είναι περιγραφικοί μιας υφιστάμενης κατάστασης. Lifestyle όπως κρύο, παγκοσμιοποίηση όπως ζέστη.

Εν πάσει, όμως, περιπτώσει, για τους σκοπούς της παρούσης ανάρτησης, λες και υπάρχουν, ας ορίσουμε ως "lifestyle" το lifestyle και ως "παγκοσμιοποίηση" την παγκοσμιοποίηση. Κι ακολούθως, για να πούμε τα σύκα σύκα, όποιος δηλώνει εχθρός της παγκοσμιοποίησης ή/και του lifestyle, μάλλον ουδέποτε έχει καταφέρει να αντικρύσει, να αναλύσει και ν' αξιολογήσει τον εαυτό του ως τρίτος και δη αντικειμενικός.


Η παγκοσμιοποίηση (ή και παγκοσμιότητα) των ιδεών, των πραγμάτων, του εμπορίου, της πολιτικής, του πολιτισμού, της επιστήμης κ.λπ. είναι απότοκος της εξέλιξης της τεχνολογίας, δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς ιστορία για να το αντιληφθεί. Μπορούμε να συζητήσουμε τις επιπτώσεις της, να τις κατηγοριοποιήσουμε, να τις ιεραρχήσουμε, αλλά πάντως όχι να τις αρνηθούμ
ε (για να το κάνουμε θα πρέπει η ίδια η τεχνολογία να επιτρέψει ταξίδια στο χρόνο, κάτι που, αν ήταν εφικτό, θα το γνωρίζαμε ήδη). Και σίγουρα όχι ν' αρχίσουμε τα μνημόσυνα για τα παλιά καλά χρόνια, παραστράτημα που δεν είναι κι ιδιαίτερα δύσκολο να το αποφύγει κανείς, αρκεί ν' αντιληφθεί ότι, όπως λέει και το τραγουδάκι, "έτσι είναι φως μου η μνήμη, τα βαριά στον πάτο αφήνει και το γλέντι στον αφρό".

Το lifestyle, η συνειδητή μας, δηλαδή, στάση απέναντι στην κοινωνική ζωή, δεν περιορίζεται σε όσους μ' ευκολία αποκαλούμε "ψώνια". Lifestyle και μάλιστα με πολλαπλές εκφάνσεις, ενίοτε δε κι αντιφατικές κι αντικρουόμενες μεταξύ τους, έχει ο επιχειρηματίας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο βοσκός, ο κομμωτής, ο εργάτης, ο γιατρός, ο μικροαστός, ο Κρητικός, ο Αθηναίος, ο πλούσιος, ο φτωχός, ο αριστερός,
ο δεξιός, ο "σκυλάς", ο "έντεχνος", ο "λαϊφσταϊλάς" κι ο "αντιλαϊφσταϊλάς", είτε το παραδέχεται είτε όχι. Και η απόδοση του χαρακτήρα της ρηχότητας στον όρο lifestyle είτε πρέπει να ισχύσει για όλους τους παραπάνω, ανεξαρτήτως αν το εκφράζουν με διακοπές στη Μύκονο ή στη Γαύδο, με ακριβά ή φτηνά ρούχα, με συμμετοχή ή αποχή από κοσμικότητες, είτε δεν πρέπει να ισχύσει για κανέναν. Αυτό, τουλάχιστον, αν θέλει κανείς να 'ναι δίκαιος και να αποφεύγει τους, πραγματικά εν προκειμένω ρηχούς, αφορισμούς.
(Και για να μην είμαι ο πρώτος που κάνω τέτοιους αφορισμούς, σημειώνω ότι, φυσικά, και υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χωρίς lifestyle, όπως και μη παγκοσμιοποιήσιμες έννοιες.)

Ένα θέμα, πάντως, που γεννάται, είναι η δεοντολογική διάσταση της επιβολής της παγκοσμιοποίησης, όπως και αυτή του lifestyle. Όχι με όρους σκοπιμοτήτων ή χρησιμότητας, αλλά ως κρίση του γεγονότος καθ' αυτού και, για να γίνω συγκεκριμένος, η επίκρισή του. Εξηγο
ύμαι:
Η γελοιότητα του Αθηναίου που προσπαθεί εκ του προχείρου να μιμηθεί τον Κρητικό είναι ίση με αυτήν του Κρητικού που προσπαθεί να κάνει το αντίστροφο. Κι αν ο όρος 'γελοιότητα' ακούγεται βαρύς, στην πραγματικότητα δεν είναι. Τη γελοιότητα αυτή, βέβαια, θα δυσκολευτεί ελαφρώς να την αντιληφθεί ο Θεσσαλονικιός, λόγω διαφορετικών αναφορών και βιωμάτων, πόσο μάλλον ο Αλβανός ή ο Αμερικάνος. Ο τελευταίος, όμως, δεν θα δυσκολευθεί καθόλου να αντιληφθεί τη γελοιότητα του Αθηναίου, του Κρητικού, του Θεσσαλονικιού και του Αλβανού που προσπαθούν να μιμηθούν αυτόν.

Η τηλεοπτική διαφήμιση π.χ. της φέτας "Χωριό", όπου η βασική ιδέα σε δύο παρόμοιας λογικής φιλμάκια είναι να χρησιμοποιείται η λέξη "φέτα" ως συνώνυμο του "Μη βιάζεσαι", απευθύνεται, προφανώς, σε όσους τη θεωρούν τουλάχιστον έξυπνη, αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι η διαφήμιση αυτή είναι κατ' ουσίαν προσβλητική για τους κατοίκους των πόλεων, των χωριών, για τους διαφημιστές που την έφτιαξαν, για τους ηθοποιούς που έπαιξαν, για τη φέτα "Χωριό", για τη φέτα ως τυρί εν γένει. Κι όμως, υπερίσχυσε τόσο η ιδέα της προβολής του lifestyle του αγνού (στα όρια του κρετινισμού) χωρικού, τουλάχιστον όπως αυτή υποτίθεται ότι προβάλλεται στο μέσο αστό, που αποφ
άσισαν να την υλοποιήσουν παρακάμπτοντας το προφανές της γελοιότητας του πράγματος. Εννοείται ότι δεν είναι ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι, ούτε οι χειρότεροι.

Χειρότεροι, σαφώς, είναι όσοι εκδότες ονόμασαν τις εφημερίδες τους "City Press", "Real News" και "Sport Day", το τηλεοπτικό τους κανάλι "ΣΚΑΪ" και το ραδιοφωνικό τους σταθμό "Freedom" (ειδικά ο τελευταίος, η διαφήμιση του οποίου λέει "Άκου ελληνικό ροκ - Ξέρεις τι σημαίνει"), όσοι αποκαλούν τις εκδηλώσεις "events", τα ηλεκτρονικά παιχνίδια "games" και το κουτσομπολιό "gossip". Επιλέγουν την προβολή ενός lifestyle που δεν συμβαδίζει με το να παίζουν παιχνίδια, παρότι αυτό ακριβώς κάνουν, ή να κάνουν μεσημεριανό κουτσομπολιό, παρότι αυτό ακριβώς κάνουν, ούτε καν με το να μιλούν σε ελληνόφωνους για "Αστικό Τύπο", "Αληθινές Ειδήσεις" ή "Αθλητική Ημέρα". Η επιδιωκόμενη αίγλη ή, κατά περίπτωση, ελαφρότητα ή ελεγχόμενη διαστρέβλωση που προσδίδουν οι αγγλικές λέξεις στο πλαίσιο του κάθε lifestyle είναι τόσο εύληπτη και διαδεδομένη, που ο αποδέκτης αρκείται στην ικανοποίηση ότι γνωρίζει τον ό
ρο που ακούει, η δε εμφανής μαϊμουδίστικη μίμηση του ισχυρότερου, σήμερα, αγγλόφωνου είναι αντιληπτή (και μόνο εξ αντανακλάσεως) όταν ο μαϊμουδίζων εκδότης της "Real News" βλέπει να τον μιμείται ο μαϊμουδίζων εκδότης της "the Match Θεσσαλίας", όταν ο Eminem βλέπει το Βουρλιώτη κ.ο.κ.. Έτσι είναι, έκαστο των lifestyle, πόσο μάλλον το επικρατέστερο, θέλει το ανάλογο οικονομικό και κοινωνικό status, την ανάλογη προέλευση και, σε τελική ανάλυση, την ανάλογη αυθεντικότητα.

Όχι ότι το παγκοσμιοποιημένο lifestyle καταντά αναπόφευκτα συνών
υμο του μαϊμουδισμού. Αλλά εξακολουθεί να μου κάνει εντύπωση η άνεση και η ελαφρότητα με την οποία υιοθετούμε σ' αυτές τις περιπτώσεις αντιλήψεις, στερεότυπα και αφορισμούς, αρκεί να ικανοποιείται η ανάγκη του φαίνεσθαι, λες κι αυτή καθορίζει το είναι. Μεταφέρω επί τη ευκαιρία από το "Ζοφερό Οίκο" του Charles Dickens, ένα έργο που γράφτηκε το ανατριχιαστικό 1852: "Είναι αυτό που λέμε της παλιάς σχολής -μια φράση που γενικά σημαίνει οποιαδήποτε σχολή που μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ νέα.". Το απόσπασμα αυτό, σε συνδυασμό με την επιλογή του εκδοτικού οίκου Gutenberg να εκδώσει αυτό το βιβλίο στην Ελλάδα σε πολυτονική γραφή, δείχνει ότι ουδόλως αντάξιοι είναι του λογοτεχνικού βάρους, του πνευματικού διαμετρήματος ή ακόμη και του χιούμορ του Charles Dickens. Είναι, τελικά, να χαμογελά κανείς.


Δ

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Η σιωπή είναι χρυσός

"Αποδεικνύεται ότι η μουσική συνιστούσε οργανικό τμήμα της καθημερινής ανθρώπινης ζωής, πολύ νωρίτερα από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα", λέει το άρθρο του Έθνους σχετικά με την ανακάλυψη σε σπήλαια της Νότιας Γερμανίας μουσικών οργάνων ηλικίας 35.000 ετών, φτιαγμένα από οστά πουλιών και ελεφαντόδοντο.

Ήδη, δηλαδή, από τον 330ο π.Χ. αιώνα (τουλάχιστον), οι άνθρωποι όχι μόνο ήξεραν να κατασκευάζουν μουσικά όργανα, αλλά και είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της τέχνης στη ζωή τους και, πάντως, είχαν ανακαλύψει και αντιληφθεί την απόλαυση της μουσικής.
Ουσιαστικά, όμως, μόνο τον τελευταίο ένα αιώνα έχει αρχίσει να αποκτά νόημα η ερώτηση "Τι μουσική ακούς;". Λογικό, η παγκόσμια διάδοση των διαφόρων μορφών μουσικής έπρεπε αναγκαστικά να περιμένει την εξέλιξη της τεχνολογίας για να γεννήσει το οικονομικό-καλλιτεχνικό πλέγμα, που σήμερα ονομάζουμε "μουσική βιομηχανία".

Η ερώτηση, λοιπόν, αυτή δεν είναι καθόλου απλή. Ουδεμία σχέση με την ερώτηση "Τι χορούς χορεύεις;", ας πούμε, πόσο μάλλον με την "Τι γλυπτά βλέπεις;". Η απάντηση στην "Τι μουσική ακούς;" μπορεί να αποκαλύψει πολλά για την προσωπικότητα εκείνου που θα προσπαθήσει να την απαντήσει, ο οποίος βέβαια θα δυσκολευτεί αρκετά και, κατά πάσα πιθανότητα, τελικά θα αρνηθεί να το κάνει, αφού είναι τόσο εύκολη, προσιτή και συνεχής η πρόσβαση σε σχεδόν κάθε είδος μουσικής, που είναι κοινός, πλέον, τόπος να καταλήξει κανείς να απαντήσει "Πολλά" ή "Απ' όλα". Και δικαιολογημένα, ουδείς υποχρεούται να αποδίδει στη μουσική περισσότερη σημασία απ' όση πραγματικά έχει γι' αυτόν, ούτε να την έχει αναλύσει στο βαθμό που το έχει κάνει κι αυτός που του απευθύνει την -αποφράδα- εν λόγω ερώτηση.

O ορθότερος, επομένως, χειρισμός αυτής της ερώτησης είναι η αποφυγή της απάντησης. Όχι επειδή η απάντηση "απ' όλα" είναι η τυπικά σωστή, αλλά επειδή πραγματικά όλοι, θέλοντας και μη, ακούμε πλέον απ' όλα. Το ζητούμενο, απλώς, είναι, όταν ανακαλύπτει κανείς τους άξιους εκπροσώπους του κάθε μουσικού είδους, να τους αξιολογεί τόσο ανοιχτόμυαλα όσο και προσωπικά.

Έστω, τώρα, ότι τα 35.000 αυτά χρόνια η διάρθρωση των ανά τον κόσμο μουσικών τρόπων, συστηματοποιημένων ή μη, με αυτοσχεδιαστικά μοτίβα ή μη, βασίζεται στην έννοια του μουσικού φθόγγου, ή, απλοποιημένα, της "νότας", όπως την εννοούμε σήμερα (δεν νομίζω δηλαδή ότι έχει ιδιαίτερο νόημα να αναζητήσει κανείς την εξαίρεση του κανόνα αυτού, η οποία, φαντάζομαι, υπάρχει). Με δεδομένες, λοιπόν, τις δυνατότητες των μουσικών οργάνων και του ανθρώπινου αυτιού, όπως και την εκθετική αύξηση της μουσικής παραγωγής τον τελευταίο αυτόν ένα αιώνα, ας δεχθούμε ότι η πιθανότητα να έχουν εμπνευσθεί μέσα στα 35.000 αυτά χρόνια δύο διαφορετικοί άνθρωποι την ίδια ακριβώς μελωδία δεν είναι καθόλου μικρή.

Κι έτσι, αναπόφευκτα, συνέβη και το εξής:
Το 2002 ο Βρετανός μουσικοσυνθέτης Mike Batt στο δίσκο του Classical Graffiti, συμπεριέλαβε ένα κομμάτι με τίτλο "A one minute silence", ο τίτλος του οποίου ήταν απολύτως ακριβής και περιγραφικός του περιεχομένου του: Ουδείς ήχος. Ενός λεπτού σιγή. Ο συνθέτης είπε ότι το είχε εμπνευσθεί από τον Αμερικάνο μουσικοσυνθέτη John Cage, ο οποίος, όταν το 1948, μπήκε σε ένα ανηχωικό θάλαμο του Πανεπιστημίου Harvard και διαπίστωσε ότι, αντί σιγής, άκουγε τις συχνότητες λειτουργίας του νευρικού και του κυκλοφορικού του συστήματος, το 1952 συνέθεσε, που λέει ο λόγος, το κομμάτι "4'33''", η απόλυτη σιγή του οποίου διαρκούσε 4 πρώτα λεπτά και 33 δεύτερα (υποθέτω ότι η καλλιτεχνική αξία του ενός λεπτού του Batt ήταν σαφώς ανώτερη, αφού κατόρθωσε σε πολύ λιγότερο χρόνο από τον πρωτοπόρο αλλά, τελικά, φλύαρο Cage να μεταδώσει τα ίδια ακριβώς συναισθήματα). Η συνέχεια ήταν ακόμα φαιδρότερη: Ο Cage έκανε αγωγή στον Batt για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας! (Πώς πας κύριε και δεν λες τίποτα χωρίς να μου ζητήσεις την άδεια; Πρώτος εγώ δεν είπα τίποτα πριν από μισό αιώνα;) Απώλεσε, δυστυχώς για όλους μας, ο δικαστής την ευκαιρία να εκδώσει απόφαση επί της υπόθεσης, καθώς οι ανωτέρω καλλιτέχνες πρόλαβαν να καταλήξουν σε εξώδικο συμβιβασμό, με τον Batt να καταβάλλει στον Cage άγνωστο ποσό, το οποίο, όμως, αμφότεροι οι αντίδικοι δήλωσαν ότι ήταν σε δολάρια και εξαψήφιο.

Παρόμοια καραγκιοζιλίκια έχει να επιδείξει η μουσική βιομηχανία αρκετά. Δείγματα του ότι όσοι λένε πως τελικά δεν θα καταφέρει ν' αντέξει το βάρος της και θα καταρρεύσει, καθαρίζοντας το τοπίο και αφήνοντας χώρο στην αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση που ποτέ δεν έπαψε να αναδύεται, ανεξαρτήτως των όποιων πνιγηρών συνθηκών, μάλλον έχουν δίκιο. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες είναι πολλοί, είναι παντού και, συνήθως, δεν το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Υπέρ ελπίδος

Το επιτύμβιο "Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος" είναι ναρκωτικό. Ανακουφίζει την ανάγκη που έχει κανείς ώρες-ώρες να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στα διλήμματα και στους ψυχολογικούς εκβιασμούς που μεταχειρίζονται οι πάσης φύσεως εξουσίες, είτε έχει εθελούσια υποταχθεί σ' αυτές είτε απλώς τις ανέχεται, γεννά μια ψευδαίσθηση επαναστατικής διάθεσης, ντύνει την τάση της αντίδρασης και την καταπραΰνει μ' έναν λογοτεχνίζοντα μανδύα που φροντίζει, με τις δύο πρώτες γραμμές, να κρύψει την πολυπλοκότητα του κόσμου και της ζωής και να αναδείξει, με την τρίτη, την ελευθερία ως τον υπέρτατο σκοπό, τη δικαίωση, το τέλος.

Το ναρκωτικό αυτό, ως μέσο, με πείθει. Πράγματι, δηλαδή, κάνει αυτό που υπόσχεται. Το ερώτημα, όμως, είναι αν το θέλει κανείς ή, έστω, αν το χρειάζεται. Αν δηλαδή η ελευθερία είναι ο σκοπός της έρημης αυτής ζωής και, αν είναι, αν αξίζει τον κόπο να πληρώσει κανείς το τίμημα να μη φοβάται και να μην ελπίζει τίποτα προκειμένου να την κατακτήσει. Και φυσικά, ακόμη κι αν η περί ης ο λόγος φράση δεν είναι μια πρόταση αλλά απλώς μια πανηγυρική εκδήλωση κατάκτησης της προσωπικής ευτυχίας ή ολοκλήρωσης, ουδεμίας ασυλίας τυγχάνει κριτικής ή συζήτησης, κυρίως επειδή προέρχεται από έναν άνθρωπο που καιγόταν από την ανάγκη και την ηδονή της αναζήτησης, όπως και της αγωνίας να την εκφράσει και, επομένως, να τη μοιραστεί.

Και προτού αναλογιστεί κανείς αν αξίζει η ελευθερία το τίμημά της, ας αναλογιστεί πρώτα ποιό είναι το τίμημα των τιμημάτων της. Προσωπικές, βέβαια, είναι οι αξίες του καθενός, αλλά ο "λέφτερος", όπως περιγράφεται από το Ν. Καζαντζάκη, είναι ο άνθρωπος που είναι απόλυτα μόνος. Απελπιστικά, κυριολεκτικά, μόνος. Ούτε καν αυτάρκης, γιατί δεν καθορίζεται από ανάγκες κι εξαρτήσεις, δεν τον νοιάζει ο κόσμος, δεν έχει αισθήματα να τον παροτρύνουν ή να τον καθοδηγούν, δεν επικοινωνεί. Κι όχι γιατί το συνειδητοποίησε, αλλά γιατί το θέλησε, το επεδίωξε.

Τέτοια ελευθερία δεν την εύχομαι σε κανέναν. Ταιριάζει μόνο σε νεκρούς και σ' επιτύμβιες στήλες.


Δ

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο μαγικός ρεαλισμός του Gabriel García Márquez

Το Νοέμβριο του 1928, στην πόλη Ciénaga της Κολομβίας, εργάτες συλλογής μπανάνας της αμερικάνικης εταιρείας “Unitied Fruit Company” ξεκίνησαν απεργία με αιτήματα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας, την καθιέρωση οκταώρου και εργάσιμης εβδομάδας 6 ημερών, καθώς και την κατάργηση των κουπονιών τροφίμων, συνηθισμένη, κατά τα φαινόμενα, πρακτική των εταιρειών της εποχής. Η απεργία εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο μέχρι τότε εργατικό κίνημα και, ένα μήνα μετά, η κυβέρνηση της Κολομβίας, συνδράμοντας τη διοίκηση της United Fruit Company, έστειλε στη Ciénaga ένα σύνταγμα στρατιωτών από τη Μπογκοτά με επικεφαλής τον Στρατηγό Cortés Vargas. Την 6η Δεκεμβρίου και ενώ στην πλατεία της πόλης είχαν συγκεντρωθεί οι απεργοί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ο στρατός απέκλεισε τους δρόμους περιμετρικά της πλατείας και έστησε πολυβόλα στα γύρω κτίρια. Ο Cortés Vargas κάλεσε το πλήθος να διαλυθεί εντός 5 λεπτών και, αφού όλοι έμειναν στη θέση τους, έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να ανοίξουν πυρ, αδιακρίτως. Ο αριθμός των νεκρών, αν και ουδέποτε προσδιορίστηκε επισήμως, εκτιμάται ότι ξεπέρασε τις 2.000. Το συμβάν έμεινε στην ιστορία ως “Η Σφαγή της Μπανάνας”.
Ένα έτος πριν, το 1
927, είχε γεννηθεί στην Αρακατάκα της Κολομβίας ο Gabriel García Márquez. Όπως έχει πει, άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς του, της Doña Tranquilina Iguarán Cotes, που είχε ένα τρόπο να τις διηγείται “αντιμετωπίζοντας το εξωπραγματικό σαν κάτι εντελώς φυσικό”. Έτσι, μ' αυτό το ίδιο πνεύμα, είναι γραμμένο και το “Εκατό Χρόνια Μοναξιάς”, μια αφήγηση ενός συνεχούς περάσματος από την πραγματικότητα και το ρεαλισμό στη φαντασία και στην τρέλα. Είναι λυτρωτικό το βιβλίο αυτό, η γραφή του Μάρκες είναι ακροβατική, μεταξύ λογοτεχνίας και ποίησης, να περιγράφει με το ίδιο αγνό κι ανελέητο πάθος και την ίδια ανατριχιαστική απάθεια έρωτες και θανάτους, τον εξοντωτικό αγώνα του ανθρώπου να χαράξει τη μοίρα του και τη λιγοψυχία του απέναντι στις ίδιες του τις προκαταλήψεις, την αδράνειά του απέναντι στη λήθη και την αλήθεια, την πίστη του για την αναπόφευκτη κι αναγκαία δυστυχία των πολέμων του.

Η φυσική μ
εγαλοψυχία του αρχετύπου της μάνας, πρωτόγονα αγνής, άθικτης και φύσης άγριας, η διεστραμμένη και άτεγκτη σκληρότητα της θρησκοληψίας, όπως και, τέλος, η αυτοκαταστροφικότητα της λαγνείας και της άγνοιας του πεπρωμένου, όλα, ενσαρκωμένα από τρεις βασικές προσωπικότητες-ηρωίδες, δένουν μεταξύ τους σ' ένα κύμα, ένα τρίπτυχο που λες κι επαναλαμβάνεται σιωπηρά αιώνες τώρα, λες και όποια άλλη γενιά παρεμβλήθηκε σ' αυτούς τους τρεις σταθμούς έγινε από λάθος ή για να γεμίσει ο χρόνος μέχρι να έρθει ξανά μια νέα μάνα. Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας που “...ήταν μια μηχανή με αναπόφευκτες επαναλήψεις, ένας τροχός που θα γύριζε στην αιωνιότητα αν δεν υπήρχε η βαθμιαία και αμετάκλητη φθορά του άξονα", όπως λέει τελικά o Μάρκες.

Η ιστορία αυτή είναι, ουσιαστικά, μια στυγνή παραδοχή της μοναξιάς των ανθρώπων, που, παρά την αλληλεπίδραση και τη συμβίωσή τους, χαράσσουν τελικά μοναχικές γραμμές. O Μάρκες δεν είναι ο μόνος που το έχει πει, ούτε φυσικά ο πρώτος,
αλλά στη λογοτεχνία, εξ ορισμού, μετράει ο τρόπος που επιλέγει ο συγγραφέας να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό των σκέψεων και των βασάνων του.

Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, για τον ίδιο δηλαδή που ο Μάρκες επιμένει να φωνάζει ότι η Σφαγή της Μπανάνας πράγματι συνέβη και δεν ήταν ένα ανάξιο λόγου περιστατικό, όπως θέλησαν να το υποβαθμίσουν οι υποκινητές του, οποιοσδήποτε αντιληφθεί την ετυμολογία της “αλήθειας”, οφείλει και να πάψει να αρκείται στον εαυτό του και να συνειδητοποιήσει ότι “Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις”, όπως, δηλαδή, ακριβώς το λέει ο Μάρκες.

Στις φωτογραφίες βλέπουμε τους ηγέτες των εργατών της United Fruit Company, το Στρατηγό Cortés Vargas, τον Márquez και το σπίτι που μεγάλωσε στην Αρακατάκα, από το οποίο εμπνεύστηκε το σπιτικό της οικογένειας Μπουενδία στο Μακόντο.