Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2009

Πες τα ρε Charles

Το lifestyle και η παγκοσμιοποίηση έχουν ένα κοινό: Είναι λάθος όροι. Ή μάλλον, χρησιμοποιούνται με το λάθος τρόπο. Χωρίς βέβαια αυτό να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πώς τους αντιλαμβανόμαστε, όλοι πάνω-κάτω παραπέμπουμε στις ίδιες περίπου έννοιες όταν τους χρησιμοποιούμε Αν δε προσπαθήσουμε να τους εξηγήσουμε, θα αντιληφθούμε ότι ουδέν ηθικό πρόσημο έχουν: απλώς υπάρχουν, υφίστανται, είναι περιγραφικοί μιας υφιστάμενης κατάστασης. Lifestyle όπως κρύο, παγκοσμιοποίηση όπως ζέστη.

Εν πάσει, όμως, περιπτώσει, για τους σκοπούς της παρούσης ανάρτησης, λες και υπάρχουν, ας ορίσουμε ως "lifestyle" το lifestyle και ως "παγκοσμιοποίηση" την παγκοσμιοποίηση. Κι ακολούθως, για να πούμε τα σύκα σύκα, όποιος δηλώνει εχθρός της παγκοσμιοποίησης ή/και του lifestyle, μάλλον ουδέποτε έχει καταφέρει να αντικρύσει, να αναλύσει και ν' αξιολογήσει τον εαυτό του ως τρίτος και δη αντικειμενικός.


Η παγκοσμιοποίηση (ή και παγκοσμιότητα) των ιδεών, των πραγμάτων, του εμπορίου, της πολιτικής, του πολιτισμού, της επιστήμης κ.λπ. είναι απότοκος της εξέλιξης της τεχνολογίας, δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς ιστορία για να το αντιληφθεί. Μπορούμε να συζητήσουμε τις επιπτώσεις της, να τις κατηγοριοποιήσουμε, να τις ιεραρχήσουμε, αλλά πάντως όχι να τις αρνηθούμ
ε (για να το κάνουμε θα πρέπει η ίδια η τεχνολογία να επιτρέψει ταξίδια στο χρόνο, κάτι που, αν ήταν εφικτό, θα το γνωρίζαμε ήδη). Και σίγουρα όχι ν' αρχίσουμε τα μνημόσυνα για τα παλιά καλά χρόνια, παραστράτημα που δεν είναι κι ιδιαίτερα δύσκολο να το αποφύγει κανείς, αρκεί ν' αντιληφθεί ότι, όπως λέει και το τραγουδάκι, "έτσι είναι φως μου η μνήμη, τα βαριά στον πάτο αφήνει και το γλέντι στον αφρό".

Το lifestyle, η συνειδητή μας, δηλαδή, στάση απέναντι στην κοινωνική ζωή, δεν περιορίζεται σε όσους μ' ευκολία αποκαλούμε "ψώνια". Lifestyle και μάλιστα με πολλαπλές εκφάνσεις, ενίοτε δε κι αντιφατικές κι αντικρουόμενες μεταξύ τους, έχει ο επιχειρηματίας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο βοσκός, ο κομμωτής, ο εργάτης, ο γιατρός, ο μικροαστός, ο Κρητικός, ο Αθηναίος, ο πλούσιος, ο φτωχός, ο αριστερός,
ο δεξιός, ο "σκυλάς", ο "έντεχνος", ο "λαϊφσταϊλάς" κι ο "αντιλαϊφσταϊλάς", είτε το παραδέχεται είτε όχι. Και η απόδοση του χαρακτήρα της ρηχότητας στον όρο lifestyle είτε πρέπει να ισχύσει για όλους τους παραπάνω, ανεξαρτήτως αν το εκφράζουν με διακοπές στη Μύκονο ή στη Γαύδο, με ακριβά ή φτηνά ρούχα, με συμμετοχή ή αποχή από κοσμικότητες, είτε δεν πρέπει να ισχύσει για κανέναν. Αυτό, τουλάχιστον, αν θέλει κανείς να 'ναι δίκαιος και να αποφεύγει τους, πραγματικά εν προκειμένω ρηχούς, αφορισμούς.
(Και για να μην είμαι ο πρώτος που κάνω τέτοιους αφορισμούς, σημειώνω ότι, φυσικά, και υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χωρίς lifestyle, όπως και μη παγκοσμιοποιήσιμες έννοιες.)

Ένα θέμα, πάντως, που γεννάται, είναι η δεοντολογική διάσταση της επιβολής της παγκοσμιοποίησης, όπως και αυτή του lifestyle. Όχι με όρους σκοπιμοτήτων ή χρησιμότητας, αλλά ως κρίση του γεγονότος καθ' αυτού και, για να γίνω συγκεκριμένος, η επίκρισή του. Εξηγο
ύμαι:
Η γελοιότητα του Αθηναίου που προσπαθεί εκ του προχείρου να μιμηθεί τον Κρητικό είναι ίση με αυτήν του Κρητικού που προσπαθεί να κάνει το αντίστροφο. Κι αν ο όρος 'γελοιότητα' ακούγεται βαρύς, στην πραγματικότητα δεν είναι. Τη γελοιότητα αυτή, βέβαια, θα δυσκολευτεί ελαφρώς να την αντιληφθεί ο Θεσσαλονικιός, λόγω διαφορετικών αναφορών και βιωμάτων, πόσο μάλλον ο Αλβανός ή ο Αμερικάνος. Ο τελευταίος, όμως, δεν θα δυσκολευθεί καθόλου να αντιληφθεί τη γελοιότητα του Αθηναίου, του Κρητικού, του Θεσσαλονικιού και του Αλβανού που προσπαθούν να μιμηθούν αυτόν.

Η τηλεοπτική διαφήμιση π.χ. της φέτας "Χωριό", όπου η βασική ιδέα σε δύο παρόμοιας λογικής φιλμάκια είναι να χρησιμοποιείται η λέξη "φέτα" ως συνώνυμο του "Μη βιάζεσαι", απευθύνεται, προφανώς, σε όσους τη θεωρούν τουλάχιστον έξυπνη, αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι η διαφήμιση αυτή είναι κατ' ουσίαν προσβλητική για τους κατοίκους των πόλεων, των χωριών, για τους διαφημιστές που την έφτιαξαν, για τους ηθοποιούς που έπαιξαν, για τη φέτα "Χωριό", για τη φέτα ως τυρί εν γένει. Κι όμως, υπερίσχυσε τόσο η ιδέα της προβολής του lifestyle του αγνού (στα όρια του κρετινισμού) χωρικού, τουλάχιστον όπως αυτή υποτίθεται ότι προβάλλεται στο μέσο αστό, που αποφ
άσισαν να την υλοποιήσουν παρακάμπτοντας το προφανές της γελοιότητας του πράγματος. Εννοείται ότι δεν είναι ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι, ούτε οι χειρότεροι.

Χειρότεροι, σαφώς, είναι όσοι εκδότες ονόμασαν τις εφημερίδες τους "City Press", "Real News" και "Sport Day", το τηλεοπτικό τους κανάλι "ΣΚΑΪ" και το ραδιοφωνικό τους σταθμό "Freedom" (ειδικά ο τελευταίος, η διαφήμιση του οποίου λέει "Άκου ελληνικό ροκ - Ξέρεις τι σημαίνει"), όσοι αποκαλούν τις εκδηλώσεις "events", τα ηλεκτρονικά παιχνίδια "games" και το κουτσομπολιό "gossip". Επιλέγουν την προβολή ενός lifestyle που δεν συμβαδίζει με το να παίζουν παιχνίδια, παρότι αυτό ακριβώς κάνουν, ή να κάνουν μεσημεριανό κουτσομπολιό, παρότι αυτό ακριβώς κάνουν, ούτε καν με το να μιλούν σε ελληνόφωνους για "Αστικό Τύπο", "Αληθινές Ειδήσεις" ή "Αθλητική Ημέρα". Η επιδιωκόμενη αίγλη ή, κατά περίπτωση, ελαφρότητα ή ελεγχόμενη διαστρέβλωση που προσδίδουν οι αγγλικές λέξεις στο πλαίσιο του κάθε lifestyle είναι τόσο εύληπτη και διαδεδομένη, που ο αποδέκτης αρκείται στην ικανοποίηση ότι γνωρίζει τον ό
ρο που ακούει, η δε εμφανής μαϊμουδίστικη μίμηση του ισχυρότερου, σήμερα, αγγλόφωνου είναι αντιληπτή (και μόνο εξ αντανακλάσεως) όταν ο μαϊμουδίζων εκδότης της "Real News" βλέπει να τον μιμείται ο μαϊμουδίζων εκδότης της "the Match Θεσσαλίας", όταν ο Eminem βλέπει το Βουρλιώτη κ.ο.κ.. Έτσι είναι, έκαστο των lifestyle, πόσο μάλλον το επικρατέστερο, θέλει το ανάλογο οικονομικό και κοινωνικό status, την ανάλογη προέλευση και, σε τελική ανάλυση, την ανάλογη αυθεντικότητα.

Όχι ότι το παγκοσμιοποιημένο lifestyle καταντά αναπόφευκτα συνών
υμο του μαϊμουδισμού. Αλλά εξακολουθεί να μου κάνει εντύπωση η άνεση και η ελαφρότητα με την οποία υιοθετούμε σ' αυτές τις περιπτώσεις αντιλήψεις, στερεότυπα και αφορισμούς, αρκεί να ικανοποιείται η ανάγκη του φαίνεσθαι, λες κι αυτή καθορίζει το είναι. Μεταφέρω επί τη ευκαιρία από το "Ζοφερό Οίκο" του Charles Dickens, ένα έργο που γράφτηκε το ανατριχιαστικό 1852: "Είναι αυτό που λέμε της παλιάς σχολής -μια φράση που γενικά σημαίνει οποιαδήποτε σχολή που μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ νέα.". Το απόσπασμα αυτό, σε συνδυασμό με την επιλογή του εκδοτικού οίκου Gutenberg να εκδώσει αυτό το βιβλίο στην Ελλάδα σε πολυτονική γραφή, δείχνει ότι ουδόλως αντάξιοι είναι του λογοτεχνικού βάρους, του πνευματικού διαμετρήματος ή ακόμη και του χιούμορ του Charles Dickens. Είναι, τελικά, να χαμογελά κανείς.


Δ

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2009

Η σιωπή είναι χρυσός

"Αποδεικνύεται ότι η μουσική συνιστούσε οργανικό τμήμα της καθημερινής ανθρώπινης ζωής, πολύ νωρίτερα από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα", λέει το άρθρο του Έθνους σχετικά με την ανακάλυψη σε σπήλαια της Νότιας Γερμανίας μουσικών οργάνων ηλικίας 35.000 ετών, φτιαγμένα από οστά πουλιών και ελεφαντόδοντο.

Ήδη, δηλαδή, από τον 330ο π.Χ. αιώνα (τουλάχιστον), οι άνθρωποι όχι μόνο ήξεραν να κατασκευάζουν μουσικά όργανα, αλλά και είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της τέχνης στη ζωή τους και, πάντως, είχαν ανακαλύψει και αντιληφθεί την απόλαυση της μουσικής.
Ουσιαστικά, όμως, μόνο τον τελευταίο ένα αιώνα έχει αρχίσει να αποκτά νόημα η ερώτηση "Τι μουσική ακούς;". Λογικό, η παγκόσμια διάδοση των διαφόρων μορφών μουσικής έπρεπε αναγκαστικά να περιμένει την εξέλιξη της τεχνολογίας για να γεννήσει το οικονομικό-καλλιτεχνικό πλέγμα, που σήμερα ονομάζουμε "μουσική βιομηχανία".

Η ερώτηση, λοιπόν, αυτή δεν είναι καθόλου απλή. Ουδεμία σχέση με την ερώτηση "Τι χορούς χορεύεις;", ας πούμε, πόσο μάλλον με την "Τι γλυπτά βλέπεις;". Η απάντηση στην "Τι μουσική ακούς;" μπορεί να αποκαλύψει πολλά για την προσωπικότητα εκείνου που θα προσπαθήσει να την απαντήσει, ο οποίος βέβαια θα δυσκολευτεί αρκετά και, κατά πάσα πιθανότητα, τελικά θα αρνηθεί να το κάνει, αφού είναι τόσο εύκολη, προσιτή και συνεχής η πρόσβαση σε σχεδόν κάθε είδος μουσικής, που είναι κοινός, πλέον, τόπος να καταλήξει κανείς να απαντήσει "Πολλά" ή "Απ' όλα". Και δικαιολογημένα, ουδείς υποχρεούται να αποδίδει στη μουσική περισσότερη σημασία απ' όση πραγματικά έχει γι' αυτόν, ούτε να την έχει αναλύσει στο βαθμό που το έχει κάνει κι αυτός που του απευθύνει την -αποφράδα- εν λόγω ερώτηση.

O ορθότερος, επομένως, χειρισμός αυτής της ερώτησης είναι η αποφυγή της απάντησης. Όχι επειδή η απάντηση "απ' όλα" είναι η τυπικά σωστή, αλλά επειδή πραγματικά όλοι, θέλοντας και μη, ακούμε πλέον απ' όλα. Το ζητούμενο, απλώς, είναι, όταν ανακαλύπτει κανείς τους άξιους εκπροσώπους του κάθε μουσικού είδους, να τους αξιολογεί τόσο ανοιχτόμυαλα όσο και προσωπικά.

Έστω, τώρα, ότι τα 35.000 αυτά χρόνια η διάρθρωση των ανά τον κόσμο μουσικών τρόπων, συστηματοποιημένων ή μη, με αυτοσχεδιαστικά μοτίβα ή μη, βασίζεται στην έννοια του μουσικού φθόγγου, ή, απλοποιημένα, της "νότας", όπως την εννοούμε σήμερα (δεν νομίζω δηλαδή ότι έχει ιδιαίτερο νόημα να αναζητήσει κανείς την εξαίρεση του κανόνα αυτού, η οποία, φαντάζομαι, υπάρχει). Με δεδομένες, λοιπόν, τις δυνατότητες των μουσικών οργάνων και του ανθρώπινου αυτιού, όπως και την εκθετική αύξηση της μουσικής παραγωγής τον τελευταίο αυτόν ένα αιώνα, ας δεχθούμε ότι η πιθανότητα να έχουν εμπνευσθεί μέσα στα 35.000 αυτά χρόνια δύο διαφορετικοί άνθρωποι την ίδια ακριβώς μελωδία δεν είναι καθόλου μικρή.

Κι έτσι, αναπόφευκτα, συνέβη και το εξής:
Το 2002 ο Βρετανός μουσικοσυνθέτης Mike Batt στο δίσκο του Classical Graffiti, συμπεριέλαβε ένα κομμάτι με τίτλο "A one minute silence", ο τίτλος του οποίου ήταν απολύτως ακριβής και περιγραφικός του περιεχομένου του: Ουδείς ήχος. Ενός λεπτού σιγή. Ο συνθέτης είπε ότι το είχε εμπνευσθεί από τον Αμερικάνο μουσικοσυνθέτη John Cage, ο οποίος, όταν το 1948, μπήκε σε ένα ανηχωικό θάλαμο του Πανεπιστημίου Harvard και διαπίστωσε ότι, αντί σιγής, άκουγε τις συχνότητες λειτουργίας του νευρικού και του κυκλοφορικού του συστήματος, το 1952 συνέθεσε, που λέει ο λόγος, το κομμάτι "4'33''", η απόλυτη σιγή του οποίου διαρκούσε 4 πρώτα λεπτά και 33 δεύτερα (υποθέτω ότι η καλλιτεχνική αξία του ενός λεπτού του Batt ήταν σαφώς ανώτερη, αφού κατόρθωσε σε πολύ λιγότερο χρόνο από τον πρωτοπόρο αλλά, τελικά, φλύαρο Cage να μεταδώσει τα ίδια ακριβώς συναισθήματα). Η συνέχεια ήταν ακόμα φαιδρότερη: Ο Cage έκανε αγωγή στον Batt για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας! (Πώς πας κύριε και δεν λες τίποτα χωρίς να μου ζητήσεις την άδεια; Πρώτος εγώ δεν είπα τίποτα πριν από μισό αιώνα;) Απώλεσε, δυστυχώς για όλους μας, ο δικαστής την ευκαιρία να εκδώσει απόφαση επί της υπόθεσης, καθώς οι ανωτέρω καλλιτέχνες πρόλαβαν να καταλήξουν σε εξώδικο συμβιβασμό, με τον Batt να καταβάλλει στον Cage άγνωστο ποσό, το οποίο, όμως, αμφότεροι οι αντίδικοι δήλωσαν ότι ήταν σε δολάρια και εξαψήφιο.

Παρόμοια καραγκιοζιλίκια έχει να επιδείξει η μουσική βιομηχανία αρκετά. Δείγματα του ότι όσοι λένε πως τελικά δεν θα καταφέρει ν' αντέξει το βάρος της και θα καταρρεύσει, καθαρίζοντας το τοπίο και αφήνοντας χώρο στην αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση που ποτέ δεν έπαψε να αναδύεται, ανεξαρτήτως των όποιων πνιγηρών συνθηκών, μάλλον έχουν δίκιο. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες είναι πολλοί, είναι παντού και, συνήθως, δεν το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Υπέρ ελπίδος

Το επιτύμβιο "Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος" είναι ναρκωτικό. Ανακουφίζει την ανάγκη που έχει κανείς ώρες-ώρες να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στα διλήμματα και στους ψυχολογικούς εκβιασμούς που μεταχειρίζονται οι πάσης φύσεως εξουσίες, είτε έχει εθελούσια υποταχθεί σ' αυτές είτε απλώς τις ανέχεται, γεννά μια ψευδαίσθηση επαναστατικής διάθεσης, ντύνει την τάση της αντίδρασης και την καταπραΰνει μ' έναν λογοτεχνίζοντα μανδύα που φροντίζει, με τις δύο πρώτες γραμμές, να κρύψει την πολυπλοκότητα του κόσμου και της ζωής και να αναδείξει, με την τρίτη, την ελευθερία ως τον υπέρτατο σκοπό, τη δικαίωση, το τέλος.

Το ναρκωτικό αυτό, ως μέσο, με πείθει. Πράγματι, δηλαδή, κάνει αυτό που υπόσχεται. Το ερώτημα, όμως, είναι αν το θέλει κανείς ή, έστω, αν το χρειάζεται. Αν δηλαδή η ελευθερία είναι ο σκοπός της έρημης αυτής ζωής και, αν είναι, αν αξίζει τον κόπο να πληρώσει κανείς το τίμημα να μη φοβάται και να μην ελπίζει τίποτα προκειμένου να την κατακτήσει. Και φυσικά, ακόμη κι αν η περί ης ο λόγος φράση δεν είναι μια πρόταση αλλά απλώς μια πανηγυρική εκδήλωση κατάκτησης της προσωπικής ευτυχίας ή ολοκλήρωσης, ουδεμίας ασυλίας τυγχάνει κριτικής ή συζήτησης, κυρίως επειδή προέρχεται από έναν άνθρωπο που καιγόταν από την ανάγκη και την ηδονή της αναζήτησης, όπως και της αγωνίας να την εκφράσει και, επομένως, να τη μοιραστεί.

Και προτού αναλογιστεί κανείς αν αξίζει η ελευθερία το τίμημά της, ας αναλογιστεί πρώτα ποιό είναι το τίμημα των τιμημάτων της. Προσωπικές, βέβαια, είναι οι αξίες του καθενός, αλλά ο "λέφτερος", όπως περιγράφεται από το Ν. Καζαντζάκη, είναι ο άνθρωπος που είναι απόλυτα μόνος. Απελπιστικά, κυριολεκτικά, μόνος. Ούτε καν αυτάρκης, γιατί δεν καθορίζεται από ανάγκες κι εξαρτήσεις, δεν τον νοιάζει ο κόσμος, δεν έχει αισθήματα να τον παροτρύνουν ή να τον καθοδηγούν, δεν επικοινωνεί. Κι όχι γιατί το συνειδητοποίησε, αλλά γιατί το θέλησε, το επεδίωξε.

Τέτοια ελευθερία δεν την εύχομαι σε κανέναν. Ταιριάζει μόνο σε νεκρούς και σ' επιτύμβιες στήλες.


Δ

Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο μαγικός ρεαλισμός του Gabriel García Márquez

Το Νοέμβριο του 1928, στην πόλη Ciénaga της Κολομβίας, εργάτες συλλογής μπανάνας της αμερικάνικης εταιρείας “Unitied Fruit Company” ξεκίνησαν απεργία με αιτήματα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας, την καθιέρωση οκταώρου και εργάσιμης εβδομάδας 6 ημερών, καθώς και την κατάργηση των κουπονιών τροφίμων, συνηθισμένη, κατά τα φαινόμενα, πρακτική των εταιρειών της εποχής. Η απεργία εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο μέχρι τότε εργατικό κίνημα και, ένα μήνα μετά, η κυβέρνηση της Κολομβίας, συνδράμοντας τη διοίκηση της United Fruit Company, έστειλε στη Ciénaga ένα σύνταγμα στρατιωτών από τη Μπογκοτά με επικεφαλής τον Στρατηγό Cortés Vargas. Την 6η Δεκεμβρίου και ενώ στην πλατεία της πόλης είχαν συγκεντρωθεί οι απεργοί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ο στρατός απέκλεισε τους δρόμους περιμετρικά της πλατείας και έστησε πολυβόλα στα γύρω κτίρια. Ο Cortés Vargas κάλεσε το πλήθος να διαλυθεί εντός 5 λεπτών και, αφού όλοι έμειναν στη θέση τους, έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να ανοίξουν πυρ, αδιακρίτως. Ο αριθμός των νεκρών, αν και ουδέποτε προσδιορίστηκε επισήμως, εκτιμάται ότι ξεπέρασε τις 2.000. Το συμβάν έμεινε στην ιστορία ως “Η Σφαγή της Μπανάνας”.
Ένα έτος πριν, το 1
927, είχε γεννηθεί στην Αρακατάκα της Κολομβίας ο Gabriel García Márquez. Όπως έχει πει, άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς του, της Doña Tranquilina Iguarán Cotes, που είχε ένα τρόπο να τις διηγείται “αντιμετωπίζοντας το εξωπραγματικό σαν κάτι εντελώς φυσικό”. Έτσι, μ' αυτό το ίδιο πνεύμα, είναι γραμμένο και το “Εκατό Χρόνια Μοναξιάς”, μια αφήγηση ενός συνεχούς περάσματος από την πραγματικότητα και το ρεαλισμό στη φαντασία και στην τρέλα. Είναι λυτρωτικό το βιβλίο αυτό, η γραφή του Μάρκες είναι ακροβατική, μεταξύ λογοτεχνίας και ποίησης, να περιγράφει με το ίδιο αγνό κι ανελέητο πάθος και την ίδια ανατριχιαστική απάθεια έρωτες και θανάτους, τον εξοντωτικό αγώνα του ανθρώπου να χαράξει τη μοίρα του και τη λιγοψυχία του απέναντι στις ίδιες του τις προκαταλήψεις, την αδράνειά του απέναντι στη λήθη και την αλήθεια, την πίστη του για την αναπόφευκτη κι αναγκαία δυστυχία των πολέμων του.

Η φυσική μ
εγαλοψυχία του αρχετύπου της μάνας, πρωτόγονα αγνής, άθικτης και φύσης άγριας, η διεστραμμένη και άτεγκτη σκληρότητα της θρησκοληψίας, όπως και, τέλος, η αυτοκαταστροφικότητα της λαγνείας και της άγνοιας του πεπρωμένου, όλα, ενσαρκωμένα από τρεις βασικές προσωπικότητες-ηρωίδες, δένουν μεταξύ τους σ' ένα κύμα, ένα τρίπτυχο που λες κι επαναλαμβάνεται σιωπηρά αιώνες τώρα, λες και όποια άλλη γενιά παρεμβλήθηκε σ' αυτούς τους τρεις σταθμούς έγινε από λάθος ή για να γεμίσει ο χρόνος μέχρι να έρθει ξανά μια νέα μάνα. Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας που “...ήταν μια μηχανή με αναπόφευκτες επαναλήψεις, ένας τροχός που θα γύριζε στην αιωνιότητα αν δεν υπήρχε η βαθμιαία και αμετάκλητη φθορά του άξονα", όπως λέει τελικά o Μάρκες.

Η ιστορία αυτή είναι, ουσιαστικά, μια στυγνή παραδοχή της μοναξιάς των ανθρώπων, που, παρά την αλληλεπίδραση και τη συμβίωσή τους, χαράσσουν τελικά μοναχικές γραμμές. O Μάρκες δεν είναι ο μόνος που το έχει πει, ούτε φυσικά ο πρώτος,
αλλά στη λογοτεχνία, εξ ορισμού, μετράει ο τρόπος που επιλέγει ο συγγραφέας να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό των σκέψεων και των βασάνων του.

Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, για τον ίδιο δηλαδή που ο Μάρκες επιμένει να φωνάζει ότι η Σφαγή της Μπανάνας πράγματι συνέβη και δεν ήταν ένα ανάξιο λόγου περιστατικό, όπως θέλησαν να το υποβαθμίσουν οι υποκινητές του, οποιοσδήποτε αντιληφθεί την ετυμολογία της “αλήθειας”, οφείλει και να πάψει να αρκείται στον εαυτό του και να συνειδητοποιήσει ότι “Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις”, όπως, δηλαδή, ακριβώς το λέει ο Μάρκες.

Στις φωτογραφίες βλέπουμε τους ηγέτες των εργατών της United Fruit Company, το Στρατηγό Cortés Vargas, τον Márquez και το σπίτι που μεγάλωσε στην Αρακατάκα, από το οποίο εμπνεύστηκε το σπιτικό της οικογένειας Μπουενδία στο Μακόντο.