Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2009

Ο αντιβρετανός


Ο ορισμός της έννοιας της επιστήμης είναι μάλλον προβληματικός.
Δειγματοληπτικά, το Λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη (Έκδοσης 1993) κάνει λόγο για πλήρη και ακριβή γνώση ορισμένων πραγμάτων και για σύνολο συστηματικών γνώσεων που αναφέρονται σε ορισμένο κύκλο φαινομένων.
To Λεξικό του Cambridge για τη γνώση που προκύπτει από τη συστηματική μελέτη της δομής και της συμπεριφοράς του φυσικού κόσμου και ειδικά δια της παρατήρησης, της μέτρησης και του πειραματισμού και για την εξέλιξη θεωριών που περιγράφουν τα αποτελέσματα αυτών των διεργασιών.

Ανεξάρτητα από την όποια ακρίβεια και πληρότητα των ανωτέρω ορισμών, αλλά και από την τρέχουσα πραγματική έννοια της επιστήμης στην καθομιλουμένη, ο επιστήμονας καθορίζεται από την εποχή του. Και με τον όρο εποχή εννοώ και το γενικό επίπεδο εξέλιξης της γνώσης, αλλά και τη δυνατότητα πρόσβασης σ' αυτήν. Γεγονός, επίσης, είναι ότι, όπως έχουν έρθει τα πράγματα, η τεχνολογία τείνει να περιορίσει τόσο τον αριθμό των επιστημόνων, όσο και την έννοια της επιστήμης καθ' αυτήν. Ουδείς αμφιβάλλει ότι σε 200 χρόνια η επιστήμη της ιατρικής θα έχει κατακτήσει άλλες γνώσεις και διαδικασίες διάγνωσης και θεραπείας: Ο επιστήμονας του σήμερα θα είναι ένας χειριστής ενός μηχανήματος του αύριο κι ένας απλός καταναλωτής του μεθαύριο. Ακόμα και οι θεωρητικές επιστήμες, αυτές δηλαδή στις οποίες εκ φύσεως η εξέλιξη της τεχνολογίες έχει το μικρότερο άμεσο αντίκτυπο, όπως η ιστορία ή η νομική, είναι θέμα χρόνου να μαθηματικοποιηθούν, αν μου επιτρέπεται ο όρος, να ανακαλυφθούν τα μοντέλα δομής και λειτουργίας τους και να γίνουν κοινή γνώση που θα διαχυθεί στις κοινωνίες, εύκολα, απλά και κατανοητά για όλους.

Αυτά, βέβαια, υπό μία προϋπόθεση: Την επιβίωση των πολιτισμών που προάγουν και παράγουν πολιτισμό, εκείνων που γεννούν τις συνθήκες επιστημονικής και οικονομικής ανάπτυξης. Όπως κάποτε της Αθήνας και της Ρώμης, αργότερα της Γαλλίας και της Βρετανίας, σήμερα των ΗΠΑ και της ΕΕ, αύριο ποιος ξέρει.

Ο όρος, όμως, "επιβίωση" είναι κρίσιμος. Επιβίωση όπως νίκη, όπως επικράτηση, όπως επέκταση, δηλαδή με πολεμικούς όρους, παρ' ό,τι, για συναισθηματικούς κυρίως λόγους, εξακολουθεί ν' αναπνέει κάπου η ελπίδα της ειρηνικής εξέλιξης των πραγμάτων, της ως εκ θαύματος επιβολής δια της πειθούς. Παρ' όλα αυτά, αν τα πράγματα εξελιχθούν και προς τη σύγκρουση, όπως αμείλικτα μας διδάσκει η ιστορία (αλλά και η σύγχρονη πραγματικότητα), οι θεωρίες και τα οράματα θα πρέπει να μετουσιωθούν σε πράξεις με φυσικές και πραγματικές συνέπειες, σε θυσίες και καταστροφές, σε βία.
Κρατάω προς το παρόν την αισιόδοξη εκδοχή, αυτή δηλαδή που ψιλοαγνοεί το 1 δισεκατομμύριο των ανθρώπων που καθημερινά αντιμετωπίζουν πρόβλημα πείνας και, ελπίζοντας χαζοχαρούμενα ότι κάπως και κάποτε θα αποκτήσουν κι αυτοί τη δυνατότητα να διαλέγουν ανάμεσα σε 30 ήδη σοκολάτας στα σούπερ-μάρκετ, μένω λίγο στο θέμα του πολέμου, κυρίως επ' αφορμή του βιβλίου του Michael Scott "From Democrats to Kings".

Από τη μια ο συγγραφέας, διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, ισχυρίζεται εδώ ότι σκοπεύει να περιγράψει τη μετάβαση από τη δημοκρατία της Αθήνας στη βασιλεία του Μ. Αλεξάνδρου, από την άλλη ελληνικές εφημερίδες, όπως το Βήμα εδώ, ισχυρίζονται ότι αποκαλεί τον Αλέξανδρο "μαμμόθρεφτο" και τους 300 του Λεωνίδα "τραμπούκους" και ότι αμφισβητεί "τις αξίες και τα επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας".
Χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο και χωρίς να προτίθεμαι να το κάνω, τείνω να πάρω το μέρος του συγγραφέα. Πρώτον, επειδή στο σύνολο της κριτικής που του ασκείται από τον ελληνικό τύπο και τα διάφορα blogs αναφέρεται ότι αναδημοσιεύουν απόψεις άλλων χωρίς να έχουν διαβάσει το βιβλίο. Δεύτερον, επειδή δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι η συσχέτιση του συγγραφέα με το brand name "Cambridge" δεν παρέχει κάποια ελάχιστα εχέγγυα επιστημοσύνης και σοβαρότητας (χωρίς πάντως να υποτιμώ τον παράγοντα "δόξα και λεφτά"). Τρίτον, επειδή είναι πάντα χρήσιμες οι εμπεριστατωμένες απόπειρες αποδόμησης των ιστορικών προτύπων, ακόμη και όταν γίνονται εκ του πλαγίου ή με χιουμοριστική διάθεση. Και τέταρτον, επειδή η φράση "αξίες και επιτεύγματα της Αρχαίας Ελλάδας" είναι ενδεικτική της διάθεσης, αλλά και του επιπέδου και της κατάρτισης του συντάκτη.

Προσωπικά δεν έχω αμφιβολία ότι ο Μ. Αλέξανδρος δεν ήταν "μαμμόθρεφτο", αυτό θα ερχόταν σε αντίθεση με την κοινή λογική που λέει ότι δεν μπορεί να είναι μαμμόθρεφτο κάποιος που ξεκινάει με το στρατό του από τη Μακεδονία και φτάνει στην Ινδία κατακτώντας όποιον βρίσκει στο δρόμο του. Απλή λογική, όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες της εποχής, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν μπορεί παρά να είναι εκτός πραγματικότητας. Όσο για τους Σπαρτιάτες, ακόμη κι αν δεχτεί κανείς ότι στην προ Θερμοπυλών ζωή τους ήταν καθεστωτικοί τραμπούκοι, το πρότυπο της αντίστασης των λίγων απέναντι στους πολλούς, η γενναιότητα και η αδιαφορία για το σίγουρο θάνατο, παραμένει ισχυρό και διαχρονικό. Θεωρώ, έτσι, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και χρήσιμη την πληροφορία ότι ο Μ. Αλέξανδρος μπορεί και να ήταν μαμμόθρεφτο, όπως και αυτή ότι οι Σπαρτιάτες μπορεί και να ήταν και τραμπούκοι. Με βοηθά να έχω σφαιρικότερη άποψη απέναντι στα πράγματα, να μην ξεχνιέμαι και να μην επαναπαύομαι στα στερεότυπα, μου κάνει γενικά καλό, με κάνει εξυπνότερο, είτε ισχύει είτε όχι.

Δεν μου αρκεί, δηλαδή, ότι οι Έλληνες δημοσιογράφοι τη θεωρούν ανθελληνική (τι πρωτότυπο!), αυτό θα ήταν απλώς μια παρορμητική αντίδραση, μου αρκεί, όμως, ότι ανανεώνει την εμπιστοσύνη μου στον πολιτισμό της επιστήμης δια μόνης της αμφιβολίας και της συζήτησης. Το δε πρότυπο της μάχης των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. ή της μάχης της Βρετανίας το 1940 μ.Χ., εννοείται ότι παραμένει αναλλοίωτο, όπως θα παρέμενε ακόμη κι αν ήταν μύθος.

Εν πάσει περιπτώσει και χωρίς να θέλω να παραστήσω
τον επιστήμονα περί των ενδυματολογικών παραδόσεων των απανταχού γαλαζοαίματων, παραθέτω ως αντίποινα φωτογραφία της Βασίλισσας Ελισάβετ, που αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά έχει από τις θειάδες που συναντά κανείς εν αφθονία ανά την Ελλάδα. Παραθέτω επίσης τη φωτογραφία ενός γερακιού που τόλμησε να πλησιάσει τη φωλιά ενός ηρωικού σπίνου και βρήκε τον μπελά του. Ο σπίνος, πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, τσαμπουκαλευόταν και στα μικρότερα πουλιά της περιοχής του, πουλούσε μούρη και γενικά είχε φήμη κωλοπαιδαρά και τραμπούκου.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Επ' αφορμή του νέου Υπουργικού Συμβουλίου


"... Γιατί ο φυσικός ηγεμόνας έχει λιγότερους λόγους και μικρότερη ανάγκη να βλάψει: έτσι είναι περισσότερο αγαπητός· και αν υπερβολικά ελαττώματα δεν τον κάνουν μισητό, είναι λογικό και φυσικό να τον θέλουν οι υπήκοοί του. Και στην παλαιότητα και τη συνέχεια της ηγεμονίας σβήνουν οι αναμνήσεις και οι λόγοι των καινοτομιών: γιατί πάντοτε μία αλλαγή προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη.

... Στην καινούρια όμως ηγεμονία υπάρχουν οι δυσκολίες. Πρώτα απ' όλα, αν δεν είναι τελείως καινούρια αλλά μέλος ενός κράτους που μπορεί όλο μαζί να ονομαστεί μεικτό, οι αλλαγές γεννιούνται κατ' αρχήν από μια φυσική δυσκολία που υπάρχει σε όλες τις καινούριες ηγεμονίες: οι άνθρωποι θέλουν να αλλάζουν ηγεμόνα, πιστεύοντας ότι έτσι θα καλυτερέψει η κατάστασή τους· και αυτή η πίστη τους κάνει να σηκώνουν τα όπλα εναντίον του· έτσι όμως εξαπατούν τον εαυτό τους, γιατί βλέπουν κατόπιν από την πείρα ότι τα πράγματα χειροτέρεψαν. Αυτό προκύπτει από μια άλλη φυσική και κοινή αναγκαιότητα, σύμφωνα με την οποία πάντοτε ο καινούριος ηγεμόνας είναι υποχρεωμένος να βλάψει εκείνους που τον έφεραν στο αξίωμα, είτε με τα στρατεύματά του, είτε με με αναρίθμητες άλλες πιέσεις που επιβάλλει η νέα κατάκτηση· μ' αυτόν τον τρόπο έχεις εχθρούς όλους εκείνους που έβλαψες για να καταλάβεις αυτή τη χώρα, και δεν μπορείς να διατηρήσεις φίλους εκείνους που σε βοήθησαν σ' αυτό, μη μπορώντας να τους ικανοποιήσεις με τον τρόπο που περίμεναν, και μη μπορώντας να χρησιμοποιήσεις εναντίον τους ισχυρά φάρμακα, όντας υποχρεωμένος σ' αυτούς...

... Όταν βλέπεις τον υπουργό να σκέφτεται περισσότερο τον εαυτό του από σένα, και σε όλες τις πράξεις να αναζητεί το συμφέρον του, αυτός που κάνει τέτοια πράγματα δεν θα είναι ποτέ καλός υπουργός και δεν θα μπορείς ποτέ να του έχεις εμπιστοσύνη: γιατί εκείνος που διαχειρίζεται το κράτος κάποιου, δεν πρέπει ποτέ να σκέφτεται τον εαυτό του, αλλά πάντοτε τον ηγεμόνα, και να μην τον απασχολεί ποτέ με πράγματα που δεν τον αφορούν. Και από την άλλη πλευρά, ο ηγεμόνας για να τον διατηρεί καλό, πρέπει να σκέφτεται τον υπουργό, τιμώντας τον, κάνοντάς τον πλούσιο, υποχρεώνοντάς τον, δίνοντάς του τιμές και αξιώματα· έτσι που να συμβεί να μην μπορεί να σταθεί χωρίς αυτόν, και οι πολλές τιμές να μην τον κάνουν να επιθυμεί περισσότερες τιμές, τα πολλά πλούτη να μην τον κάνουν να επιθυμεί περισσότερα πλούτη, τα πολλά αξιώματα να τον κάνουν να φοβάται τις μεταβολές. Όταν λοιπόν οι υπουργοί και οι ηγεμόνες προς τους υπουργούς φέρονται μ' αυτόν τον τρόπο, μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο· και όταν συμβαίνει αλλιώς, το τέλος είναι πάντοτε βλαβερό ή για τον έναν ή για τον άλλον."
Νικολό Μακιαβέλι, "Ο Ηγεμόνας", Κάκτος 2006 (Μετάφραση Ηλέκτρας Ανδρεάδη)
Αυτά και άλλα πολλά δίδασκε ο Μακιαβέλι. Ευτυχώς, τα 500 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τότε ήταν τελικά αρκετά.

Κουβέντα να γίνεται

Democracy, όπως το πολίτευμα της δημοκρατίας.
Republic, όπως η χώρα με δημοκρατικό πολίτευμα.

Κι όμως, αυτά που χωρίζουν τους Δημοκρατικούς με τους Ρεπουμπλικάνους είναι πολύ πιο ουσιώδη και σημαντικά από τις διαφορές των δύο αυτών εννοιών. Σε επίπεδο πολιτικού προγράμματος, πολιτισμού, κοσμοπολιτισμού, ακόμα και αισθητικής. Συγκλίνουν σε κάποια θέματα που αφορούν την οικονομία ή την εξωτερική πολιτική, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται πάντα και χωρίς αυτό να τους καθιστά ίδιους. Δεδομένου δηλαδή ότι οι ΗΠΑ έχουν μέσες-άκρες τα τελευταία χρόνια σαφές μοντέλο οικονομίας και μάλιστα σχετικά επιτυχημένο, οι όποιες διαφορές πλεύσης αποφασίζονται και εφαρμόζονται από τον εκεί δικομματισμό κινούνται πάντα εντός ενός συγκεκριμένου και αδιαμφισβήτητου πλαισίου.

Σοσιαλισμός, όπως κοινωνικός έλεγχος των μέσων παραγωγής.
Καπιταλισμός, όπως ιδιωτικός έλεγχος των μέσων παραγωγής και ελεύθερη αγορά.

Στην Ελλάδα το μοντέλο που έχει επικρατήσει και εφαρμόζεται από τον εδώ δικομματισμό είναι κάτι σαν ερασιτεχνικός καπιταλισμός με ολίγη από light σοσιαλισμό, ίσα για το άρωμα. Κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν προτείνει κάτι ριζικά διαφορετικό. Συμφωνούν πλήρως σε βασικά θέματα, όπως κρατική εποπτεία σε κοινωνικά κρίσιμους θεσμούς, όπως η παιδεία, η υγεία κ.λ.π., ελευθερία στην οικονομία και στην αγορά, ένταξη και συμμετοχή σε αντίστοιχων αντιλήψεων διακρατικές ενώσεις και οργανισμούς. Κι όμως, το μεν ΠΑΣΟΚ δηλώνει σοσιαλιστικό, η δε ΝΔ δεν δηλώνει τίποτα. Οι μόνοι δηλαδή πραγματικά συνεπείς ως προς το οικονομικοκοινωνικό τους πρόγραμμα και την ονομασία τους είναι το ΚΚΕ και οι Φιλελεύθεροι.

Δεν αμφιβάλλω ότι οι ιδέες και οι έννοιες των -ισμών εξελίσσονται και τελούν σε αμφίδρομη σχέση διαμόρφωσης με τα ιδεολογικά και κοινωνικά ρεύματα που εκφράζουν, αλλά η πλήρης αυτή αναντιστοιχία μεταξύ του φαίνεσθαι και του είναι παραμένει ενοχλητική. Ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι στην πολιτική τα όρια μεταξύ ιδεολογικών χώρων οφείλουν να είναι χαλαρά και ενίοτε διαπερατά, ή ακόμα και ότι οι προσωπικές αντιλήψεις των ψηφοφόρων των μεγάλων κομμάτων δεν τα χαρακτηρίζουν αναγκαστικά, πώς να μην προβληματιστεί όταν το ιστορικό ιδεολογικό τρίπτυχο της δεξιάς, δηλαδή το πατρίς-θρησκεία-οικογένεια, απαντάται στο σύνολο σχεδόν και των αυτοπροσδιοριζόμενων ως κεντρώων και κεντροαριστερών (σίγουρα στις καθημερινές τους επιλογές και πρακτικές, αν όχι και στις απόψεις τους), ή όταν αυτό είναι απολύτως εγκαταλελειμμένο από τους θεωρητικούς της φιλελεύθερης οικονομίας; Ξανά, η συνέπεια του ΚΚΕ και των Φιλελευθέρων ξεχωρίζει. Και δεν μπαίνω στον κόπο να αναφέρω προσωπικά ή και ομαδικά παραδείγματα στους μεν και τους δε που αποδεικνύουν το αντίθετο.

Επίσης, μπαίνει παράλληλα το ερώτημα γιατί να είναι κάτι τόσο σαφώς ορισμένο, σε τι εξυπηρετεί αυτή η δύσκολη, αν όχι μάταιη, προσπάθεια λεκτικής και νοηματικής ακρίβειας στους ορισμούς, αφού τα πολιτικά ρεύματα είναι διαρκώς διαμορφούμενα και προσαρμοζόμενα τόσο στις παγκόσμιες όσο και στις τοπικές περιστάσεις. Ακόμα κι αν το ορίσουμε τώρα, τι αξία θα έχει αυτός ο ορισμός στο μέλλον;

Θα έχει. Τόσο που ακόμα κι αν δεν υπάρχει ο κατάλληλος ορισμός σήμερα, θα πρέπει να εφευρεθεί. Έστω για να εκφράσει, να εμπνεύσει, ακόμα και μόνο για να δείξει ότι υπάρχουν
άνθρωποι με στοιχειώδη πολιτική συγκρότηση και κοινωνική ευαισθησία, που τους ενδιαφέρει και μπορούν να εφευρίσκουν, να εκφράζουν και να εμπνέουν. Οι όροι "αριστερός" και "δεξιός" έχουν φτάσει σε αδιέξοδο, τουλάχιστον με την πραγματική τους έννοια.
Γιατί είναι αριστερός αυτός που εμμένει σε ένα ιδεολογικό και πολιτικό μόρφωμα του προπερασμένου αιώνα, όπως ο κομμουνιστής, και δεν είναι αυτός που προσπαθεί να διαμορφώσει νέα επαναστατικά οράματα, αντίστοιχα των σημερινών αλλά κυρίως των αυριανών συνθηκών και των αναγκών; Ποιός απ' τους δυο είναι ο επαναστάτης και ποιός ο συντηρητικός;
Ή τι σχέση έχει ο δεξιός επιχειρηματίας που επενδύει, που χάνει και κερδίζει, που φτιάχνει και καταργεί θέσεις εργασίας, που διαμορφώνει την κοινωνία στην οποία ζει, που επενδύει, που ενημερώνεται, που εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του και εκβιάζεται από το κράτος, που συμμετέχει πραγματικά και με κάθε τρόπο στην ελεύθερη αγορά, με τον δεξιό που κάθεται σπίτι του και νομίζει ότι όλοι τα παίρνουν, ότι όλοι θέλουν να τον ξεγελάσουν κι ότι Ελλάδα σημαίνει πολιτισμός;

Ακόμα και στην Αγγλία, το Συντηρητικό Κόμμα (που δείχνει πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα αυτοπεποίθηση και ακρίβεια στην ονομασία του) έχει ιστορικά πάρει και -κυρίως- εφαρμόσει αποφάσεις πραγματικά ριζοσπαστικές και πρωτοποριακές, τόσο που διαμόρφωσαν για πολλές δεκαετίες το κοινωνικό και οικονομικό πρόσωπο της χώρας τους. Παρομοίως και στη Γερμανία, με τους Χριστιανοδημοκράτες.

Επειδή, λοιπόν, ανατρέχοντας ξανά στον Wittgenstein, τα όρια του κόσμου μας συμπίπτουν με αυτά της γλώσσας μας και, άρα, αν επεκτείνουμε αυτά της γλώσσας μας ενδεχομένως επεκταθούν και αυτά του κόσμου μας, αλλά και επειδή οφείλουμε να μη συνδέσουμε (τουλάχιστον όχι χωρίς αίσθηση του χιούμορ) την ακρίβεια και την ειλικρίνεια του ονόματος του ΚΚΕ και των Φιλελευθέρων με την πολιτική τους πορεία και απήχηση, θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να ορίσουμε τη διαφορά του "αριστερού" με τον "δεξιό", του "προοδευτικού" με τον "οπισθοδρομικό", του "επαναστάτη" με του "συντηρητικού", ώστε ο ίδιος αυτός ο ορισμός να γεννήσει και να φανερώσει κι άλλες διαφορές, άλλες πραγματικές κι άλλες εικονικές, άλλες μόνιμες κι άλλες περιστασιακές, που θα δείξουν πότε και προς τα πού συμπορευόμαστε και πότε νικά ο ισχυρότερος.
Αν όχι, αν δηλαδή αυτός ο προσδιορισμός είναι ανέφικτος, αυτό θα σημαίνει και ότι δεν υπάρχει και πραγματική διαφορά για να εκφραστεί, ο συγκερασμός που έχει επέλθει είναι βαθύς και διάχυτος, σε πολλαπλά επίπεδα και κοινωνικά και πολιτισμικά στρώματα.
Η αμερικανοποίηση της πολιτικής μας ταυτότητας θα αποδειχθεί βασιλικότερη του βασιλέως, ήτοι ευρύτερη εκείνης των Αμερικάνων, εκεί όπου το Democracy και το Republic δεν ετυμολογούνται με αγγλικές ρίζες αλλά με ευκολία μιλούν για "πευκόμηλα", "αυγόφυτα" και "αρακοβελάνιδα", που η γλώσσα είναι περισσότερο εργαλείο παρά μουσειακό έκθεμα. Δεν είμαι σίγουρος αν η χροιά της τελευταίας αυτής πρότασης είναι θετική ή αρνητική, αλλά από το δογματικό "στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα" προτιμώ το "στη γλώσσα δεν υπάρχουν αδιέξοδα", είναι πιο ελπιδοφόρο και, μάλλον, ακριβές.

Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2009

Πες τα ρε Charles

Το lifestyle και η παγκοσμιοποίηση έχουν ένα κοινό: Είναι λάθος όροι. Ή μάλλον, χρησιμοποιούνται με το λάθος τρόπο. Χωρίς βέβαια αυτό να έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στο πώς τους αντιλαμβανόμαστε, όλοι πάνω-κάτω παραπέμπουμε στις ίδιες περίπου έννοιες όταν τους χρησιμοποιούμε Αν δε προσπαθήσουμε να τους εξηγήσουμε, θα αντιληφθούμε ότι ουδέν ηθικό πρόσημο έχουν: απλώς υπάρχουν, υφίστανται, είναι περιγραφικοί μιας υφιστάμενης κατάστασης. Lifestyle όπως κρύο, παγκοσμιοποίηση όπως ζέστη.

Εν πάσει, όμως, περιπτώσει, για τους σκοπούς της παρούσης ανάρτησης, λες και υπάρχουν, ας ορίσουμε ως "lifestyle" το lifestyle και ως "παγκοσμιοποίηση" την παγκοσμιοποίηση. Κι ακολούθως, για να πούμε τα σύκα σύκα, όποιος δηλώνει εχθρός της παγκοσμιοποίησης ή/και του lifestyle, μάλλον ουδέποτε έχει καταφέρει να αντικρύσει, να αναλύσει και ν' αξιολογήσει τον εαυτό του ως τρίτος και δη αντικειμενικός.


Η παγκοσμιοποίηση (ή και παγκοσμιότητα) των ιδεών, των πραγμάτων, του εμπορίου, της πολιτικής, του πολιτισμού, της επιστήμης κ.λπ. είναι απότοκος της εξέλιξης της τεχνολογίας, δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς ιστορία για να το αντιληφθεί. Μπορούμε να συζητήσουμε τις επιπτώσεις της, να τις κατηγοριοποιήσουμε, να τις ιεραρχήσουμε, αλλά πάντως όχι να τις αρνηθούμ
ε (για να το κάνουμε θα πρέπει η ίδια η τεχνολογία να επιτρέψει ταξίδια στο χρόνο, κάτι που, αν ήταν εφικτό, θα το γνωρίζαμε ήδη). Και σίγουρα όχι ν' αρχίσουμε τα μνημόσυνα για τα παλιά καλά χρόνια, παραστράτημα που δεν είναι κι ιδιαίτερα δύσκολο να το αποφύγει κανείς, αρκεί ν' αντιληφθεί ότι, όπως λέει και το τραγουδάκι, "έτσι είναι φως μου η μνήμη, τα βαριά στον πάτο αφήνει και το γλέντι στον αφρό".

Το lifestyle, η συνειδητή μας, δηλαδή, στάση απέναντι στην κοινωνική ζωή, δεν περιορίζεται σε όσους μ' ευκολία αποκαλούμε "ψώνια". Lifestyle και μάλιστα με πολλαπλές εκφάνσεις, ενίοτε δε κι αντιφατικές κι αντικρουόμενες μεταξύ τους, έχει ο επιχειρηματίας, ο δημόσιος υπάλληλος, ο βοσκός, ο κομμωτής, ο εργάτης, ο γιατρός, ο μικροαστός, ο Κρητικός, ο Αθηναίος, ο πλούσιος, ο φτωχός, ο αριστερός,
ο δεξιός, ο "σκυλάς", ο "έντεχνος", ο "λαϊφσταϊλάς" κι ο "αντιλαϊφσταϊλάς", είτε το παραδέχεται είτε όχι. Και η απόδοση του χαρακτήρα της ρηχότητας στον όρο lifestyle είτε πρέπει να ισχύσει για όλους τους παραπάνω, ανεξαρτήτως αν το εκφράζουν με διακοπές στη Μύκονο ή στη Γαύδο, με ακριβά ή φτηνά ρούχα, με συμμετοχή ή αποχή από κοσμικότητες, είτε δεν πρέπει να ισχύσει για κανέναν. Αυτό, τουλάχιστον, αν θέλει κανείς να 'ναι δίκαιος και να αποφεύγει τους, πραγματικά εν προκειμένω ρηχούς, αφορισμούς.
(Και για να μην είμαι ο πρώτος που κάνω τέτοιους αφορισμούς, σημειώνω ότι, φυσικά, και υπάρχουν άνθρωποι που ζουν χωρίς lifestyle, όπως και μη παγκοσμιοποιήσιμες έννοιες.)

Ένα θέμα, πάντως, που γεννάται, είναι η δεοντολογική διάσταση της επιβολής της παγκοσμιοποίησης, όπως και αυτή του lifestyle. Όχι με όρους σκοπιμοτήτων ή χρησιμότητας, αλλά ως κρίση του γεγονότος καθ' αυτού και, για να γίνω συγκεκριμένος, η επίκρισή του. Εξηγο
ύμαι:
Η γελοιότητα του Αθηναίου που προσπαθεί εκ του προχείρου να μιμηθεί τον Κρητικό είναι ίση με αυτήν του Κρητικού που προσπαθεί να κάνει το αντίστροφο. Κι αν ο όρος 'γελοιότητα' ακούγεται βαρύς, στην πραγματικότητα δεν είναι. Τη γελοιότητα αυτή, βέβαια, θα δυσκολευτεί ελαφρώς να την αντιληφθεί ο Θεσσαλονικιός, λόγω διαφορετικών αναφορών και βιωμάτων, πόσο μάλλον ο Αλβανός ή ο Αμερικάνος. Ο τελευταίος, όμως, δεν θα δυσκολευθεί καθόλου να αντιληφθεί τη γελοιότητα του Αθηναίου, του Κρητικού, του Θεσσαλονικιού και του Αλβανού που προσπαθούν να μιμηθούν αυτόν.

Η τηλεοπτική διαφήμιση π.χ. της φέτας "Χωριό", όπου η βασική ιδέα σε δύο παρόμοιας λογικής φιλμάκια είναι να χρησιμοποιείται η λέξη "φέτα" ως συνώνυμο του "Μη βιάζεσαι", απευθύνεται, προφανώς, σε όσους τη θεωρούν τουλάχιστον έξυπνη, αδυνατώντας να αντιληφθούν ότι η διαφήμιση αυτή είναι κατ' ουσίαν προσβλητική για τους κατοίκους των πόλεων, των χωριών, για τους διαφημιστές που την έφτιαξαν, για τους ηθοποιούς που έπαιξαν, για τη φέτα "Χωριό", για τη φέτα ως τυρί εν γένει. Κι όμως, υπερίσχυσε τόσο η ιδέα της προβολής του lifestyle του αγνού (στα όρια του κρετινισμού) χωρικού, τουλάχιστον όπως αυτή υποτίθεται ότι προβάλλεται στο μέσο αστό, που αποφ
άσισαν να την υλοποιήσουν παρακάμπτοντας το προφανές της γελοιότητας του πράγματος. Εννοείται ότι δεν είναι ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι, ούτε οι χειρότεροι.

Χειρότεροι, σαφώς, είναι όσοι εκδότες ονόμασαν τις εφημερίδες τους "City Press", "Real News" και "Sport Day", το τηλεοπτικό τους κανάλι "ΣΚΑΪ" και το ραδιοφωνικό τους σταθμό "Freedom" (ειδικά ο τελευταίος, η διαφήμιση του οποίου λέει "Άκου ελληνικό ροκ - Ξέρεις τι σημαίνει"), όσοι αποκαλούν τις εκδηλώσεις "events", τα ηλεκτρονικά παιχνίδια "games" και το κουτσομπολιό "gossip". Επιλέγουν την προβολή ενός lifestyle που δεν συμβαδίζει με το να παίζουν παιχνίδια, παρότι αυτό ακριβώς κάνουν, ή να κάνουν μεσημεριανό κουτσομπολιό, παρότι αυτό ακριβώς κάνουν, ούτε καν με το να μιλούν σε ελληνόφωνους για "Αστικό Τύπο", "Αληθινές Ειδήσεις" ή "Αθλητική Ημέρα". Η επιδιωκόμενη αίγλη ή, κατά περίπτωση, ελαφρότητα ή ελεγχόμενη διαστρέβλωση που προσδίδουν οι αγγλικές λέξεις στο πλαίσιο του κάθε lifestyle είναι τόσο εύληπτη και διαδεδομένη, που ο αποδέκτης αρκείται στην ικανοποίηση ότι γνωρίζει τον ό
ρο που ακούει, η δε εμφανής μαϊμουδίστικη μίμηση του ισχυρότερου, σήμερα, αγγλόφωνου είναι αντιληπτή (και μόνο εξ αντανακλάσεως) όταν ο μαϊμουδίζων εκδότης της "Real News" βλέπει να τον μιμείται ο μαϊμουδίζων εκδότης της "the Match Θεσσαλίας", όταν ο Eminem βλέπει το Βουρλιώτη κ.ο.κ.. Έτσι είναι, έκαστο των lifestyle, πόσο μάλλον το επικρατέστερο, θέλει το ανάλογο οικονομικό και κοινωνικό status, την ανάλογη προέλευση και, σε τελική ανάλυση, την ανάλογη αυθεντικότητα.

Όχι ότι το παγκοσμιοποιημένο lifestyle καταντά αναπόφευκτα συνών
υμο του μαϊμουδισμού. Αλλά εξακολουθεί να μου κάνει εντύπωση η άνεση και η ελαφρότητα με την οποία υιοθετούμε σ' αυτές τις περιπτώσεις αντιλήψεις, στερεότυπα και αφορισμούς, αρκεί να ικανοποιείται η ανάγκη του φαίνεσθαι, λες κι αυτή καθορίζει το είναι. Μεταφέρω επί τη ευκαιρία από το "Ζοφερό Οίκο" του Charles Dickens, ένα έργο που γράφτηκε το ανατριχιαστικό 1852: "Είναι αυτό που λέμε της παλιάς σχολής -μια φράση που γενικά σημαίνει οποιαδήποτε σχολή που μοιάζει να μην υπήρξε ποτέ νέα.". Το απόσπασμα αυτό, σε συνδυασμό με την επιλογή του εκδοτικού οίκου Gutenberg να εκδώσει αυτό το βιβλίο στην Ελλάδα σε πολυτονική γραφή, δείχνει ότι ουδόλως αντάξιοι είναι του λογοτεχνικού βάρους, του πνευματικού διαμετρήματος ή ακόμη και του χιούμορ του Charles Dickens. Είναι, τελικά, να χαμογελά κανείς.


Δ

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Η σιωπή είναι χρυσός

"Αποδεικνύεται ότι η μουσική συνιστούσε οργανικό τμήμα της καθημερινής ανθρώπινης ζωής, πολύ νωρίτερα από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα", λέει το άρθρο του Έθνους σχετικά με την ανακάλυψη σε σπήλαια της Νότιας Γερμανίας μουσικών οργάνων ηλικίας 35.000 ετών, φτιαγμένα από οστά πουλιών και ελεφαντόδοντο.

Ήδη, δηλαδή, από τον 330ο π.Χ. αιώνα (τουλάχιστον), οι άνθρωποι όχι μόνο ήξεραν να κατασκευάζουν μουσικά όργανα, αλλά και είχαν συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της τέχνης στη ζωή τους και, πάντως, είχαν ανακαλύψει και αντιληφθεί την απόλαυση της μουσικής.
Ουσιαστικά, όμως, μόνο τον τελευταίο ένα αιώνα έχει αρχίσει να αποκτά νόημα η ερώτηση "Τι μουσική ακούς;". Λογικό, η παγκόσμια διάδοση των διαφόρων μορφών μουσικής έπρεπε αναγκαστικά να περιμένει την εξέλιξη της τεχνολογίας για να γεννήσει το οικονομικό-καλλιτεχνικό πλέγμα, που σήμερα ονομάζουμε "μουσική βιομηχανία".

Η ερώτηση, λοιπόν, αυτή δεν είναι καθόλου απλή. Ουδεμία σχέση με την ερώτηση "Τι χορούς χορεύεις;", ας πούμε, πόσο μάλλον με την "Τι γλυπτά βλέπεις;". Η απάντηση στην "Τι μουσική ακούς;" μπορεί να αποκαλύψει πολλά για την προσωπικότητα εκείνου που θα προσπαθήσει να την απαντήσει, ο οποίος βέβαια θα δυσκολευτεί αρκετά και, κατά πάσα πιθανότητα, τελικά θα αρνηθεί να το κάνει, αφού είναι τόσο εύκολη, προσιτή και συνεχής η πρόσβαση σε σχεδόν κάθε είδος μουσικής, που είναι κοινός, πλέον, τόπος να καταλήξει κανείς να απαντήσει "Πολλά" ή "Απ' όλα". Και δικαιολογημένα, ουδείς υποχρεούται να αποδίδει στη μουσική περισσότερη σημασία απ' όση πραγματικά έχει γι' αυτόν, ούτε να την έχει αναλύσει στο βαθμό που το έχει κάνει κι αυτός που του απευθύνει την -αποφράδα- εν λόγω ερώτηση.

O ορθότερος, επομένως, χειρισμός αυτής της ερώτησης είναι η αποφυγή της απάντησης. Όχι επειδή η απάντηση "απ' όλα" είναι η τυπικά σωστή, αλλά επειδή πραγματικά όλοι, θέλοντας και μη, ακούμε πλέον απ' όλα. Το ζητούμενο, απλώς, είναι, όταν ανακαλύπτει κανείς τους άξιους εκπροσώπους του κάθε μουσικού είδους, να τους αξιολογεί τόσο ανοιχτόμυαλα όσο και προσωπικά.

Έστω, τώρα, ότι τα 35.000 αυτά χρόνια η διάρθρωση των ανά τον κόσμο μουσικών τρόπων, συστηματοποιημένων ή μη, με αυτοσχεδιαστικά μοτίβα ή μη, βασίζεται στην έννοια του μουσικού φθόγγου, ή, απλοποιημένα, της "νότας", όπως την εννοούμε σήμερα (δεν νομίζω δηλαδή ότι έχει ιδιαίτερο νόημα να αναζητήσει κανείς την εξαίρεση του κανόνα αυτού, η οποία, φαντάζομαι, υπάρχει). Με δεδομένες, λοιπόν, τις δυνατότητες των μουσικών οργάνων και του ανθρώπινου αυτιού, όπως και την εκθετική αύξηση της μουσικής παραγωγής τον τελευταίο αυτόν ένα αιώνα, ας δεχθούμε ότι η πιθανότητα να έχουν εμπνευσθεί μέσα στα 35.000 αυτά χρόνια δύο διαφορετικοί άνθρωποι την ίδια ακριβώς μελωδία δεν είναι καθόλου μικρή.

Κι έτσι, αναπόφευκτα, συνέβη και το εξής:
Το 2002 ο Βρετανός μουσικοσυνθέτης Mike Batt στο δίσκο του Classical Graffiti, συμπεριέλαβε ένα κομμάτι με τίτλο "A one minute silence", ο τίτλος του οποίου ήταν απολύτως ακριβής και περιγραφικός του περιεχομένου του: Ουδείς ήχος. Ενός λεπτού σιγή. Ο συνθέτης είπε ότι το είχε εμπνευσθεί από τον Αμερικάνο μουσικοσυνθέτη John Cage, ο οποίος, όταν το 1948, μπήκε σε ένα ανηχωικό θάλαμο του Πανεπιστημίου Harvard και διαπίστωσε ότι, αντί σιγής, άκουγε τις συχνότητες λειτουργίας του νευρικού και του κυκλοφορικού του συστήματος, το 1952 συνέθεσε, που λέει ο λόγος, το κομμάτι "4'33''", η απόλυτη σιγή του οποίου διαρκούσε 4 πρώτα λεπτά και 33 δεύτερα (υποθέτω ότι η καλλιτεχνική αξία του ενός λεπτού του Batt ήταν σαφώς ανώτερη, αφού κατόρθωσε σε πολύ λιγότερο χρόνο από τον πρωτοπόρο αλλά, τελικά, φλύαρο Cage να μεταδώσει τα ίδια ακριβώς συναισθήματα). Η συνέχεια ήταν ακόμα φαιδρότερη: Ο Cage έκανε αγωγή στον Batt για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας! (Πώς πας κύριε και δεν λες τίποτα χωρίς να μου ζητήσεις την άδεια; Πρώτος εγώ δεν είπα τίποτα πριν από μισό αιώνα;) Απώλεσε, δυστυχώς για όλους μας, ο δικαστής την ευκαιρία να εκδώσει απόφαση επί της υπόθεσης, καθώς οι ανωτέρω καλλιτέχνες πρόλαβαν να καταλήξουν σε εξώδικο συμβιβασμό, με τον Batt να καταβάλλει στον Cage άγνωστο ποσό, το οποίο, όμως, αμφότεροι οι αντίδικοι δήλωσαν ότι ήταν σε δολάρια και εξαψήφιο.

Παρόμοια καραγκιοζιλίκια έχει να επιδείξει η μουσική βιομηχανία αρκετά. Δείγματα του ότι όσοι λένε πως τελικά δεν θα καταφέρει ν' αντέξει το βάρος της και θα καταρρεύσει, καθαρίζοντας το τοπίο και αφήνοντας χώρο στην αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση που ποτέ δεν έπαψε να αναδύεται, ανεξαρτήτως των όποιων πνιγηρών συνθηκών, μάλλον έχουν δίκιο. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες είναι πολλοί, είναι παντού και, συνήθως, δεν το γνωρίζουν ούτε οι ίδιοι.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Υπέρ ελπίδος

Το επιτύμβιο "Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος" είναι ναρκωτικό. Ανακουφίζει την ανάγκη που έχει κανείς ώρες-ώρες να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στα διλήμματα και στους ψυχολογικούς εκβιασμούς που μεταχειρίζονται οι πάσης φύσεως εξουσίες, είτε έχει εθελούσια υποταχθεί σ' αυτές είτε απλώς τις ανέχεται, γεννά μια ψευδαίσθηση επαναστατικής διάθεσης, ντύνει την τάση της αντίδρασης και την καταπραΰνει μ' έναν λογοτεχνίζοντα μανδύα που φροντίζει, με τις δύο πρώτες γραμμές, να κρύψει την πολυπλοκότητα του κόσμου και της ζωής και να αναδείξει, με την τρίτη, την ελευθερία ως τον υπέρτατο σκοπό, τη δικαίωση, το τέλος.

Το ναρκωτικό αυτό, ως μέσο, με πείθει. Πράγματι, δηλαδή, κάνει αυτό που υπόσχεται. Το ερώτημα, όμως, είναι αν το θέλει κανείς ή, έστω, αν το χρειάζεται. Αν δηλαδή η ελευθερία είναι ο σκοπός της έρημης αυτής ζωής και, αν είναι, αν αξίζει τον κόπο να πληρώσει κανείς το τίμημα να μη φοβάται και να μην ελπίζει τίποτα προκειμένου να την κατακτήσει. Και φυσικά, ακόμη κι αν η περί ης ο λόγος φράση δεν είναι μια πρόταση αλλά απλώς μια πανηγυρική εκδήλωση κατάκτησης της προσωπικής ευτυχίας ή ολοκλήρωσης, ουδεμίας ασυλίας τυγχάνει κριτικής ή συζήτησης, κυρίως επειδή προέρχεται από έναν άνθρωπο που καιγόταν από την ανάγκη και την ηδονή της αναζήτησης, όπως και της αγωνίας να την εκφράσει και, επομένως, να τη μοιραστεί.

Και προτού αναλογιστεί κανείς αν αξίζει η ελευθερία το τίμημά της, ας αναλογιστεί πρώτα ποιό είναι το τίμημα των τιμημάτων της. Προσωπικές, βέβαια, είναι οι αξίες του καθενός, αλλά ο "λέφτερος", όπως περιγράφεται από το Ν. Καζαντζάκη, είναι ο άνθρωπος που είναι απόλυτα μόνος. Απελπιστικά, κυριολεκτικά, μόνος. Ούτε καν αυτάρκης, γιατί δεν καθορίζεται από ανάγκες κι εξαρτήσεις, δεν τον νοιάζει ο κόσμος, δεν έχει αισθήματα να τον παροτρύνουν ή να τον καθοδηγούν, δεν επικοινωνεί. Κι όχι γιατί το συνειδητοποίησε, αλλά γιατί το θέλησε, το επεδίωξε.

Τέτοια ελευθερία δεν την εύχομαι σε κανέναν. Ταιριάζει μόνο σε νεκρούς και σ' επιτύμβιες στήλες.


Δ

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009

Ο μαγικός ρεαλισμός του Gabriel García Márquez

Το Νοέμβριο του 1928, στην πόλη Ciénaga της Κολομβίας, εργάτες συλλογής μπανάνας της αμερικάνικης εταιρείας “Unitied Fruit Company” ξεκίνησαν απεργία με αιτήματα την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας, την καθιέρωση οκταώρου και εργάσιμης εβδομάδας 6 ημερών, καθώς και την κατάργηση των κουπονιών τροφίμων, συνηθισμένη, κατά τα φαινόμενα, πρακτική των εταιρειών της εποχής. Η απεργία εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο μέχρι τότε εργατικό κίνημα και, ένα μήνα μετά, η κυβέρνηση της Κολομβίας, συνδράμοντας τη διοίκηση της United Fruit Company, έστειλε στη Ciénaga ένα σύνταγμα στρατιωτών από τη Μπογκοτά με επικεφαλής τον Στρατηγό Cortés Vargas. Την 6η Δεκεμβρίου και ενώ στην πλατεία της πόλης είχαν συγκεντρωθεί οι απεργοί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, ο στρατός απέκλεισε τους δρόμους περιμετρικά της πλατείας και έστησε πολυβόλα στα γύρω κτίρια. Ο Cortés Vargas κάλεσε το πλήθος να διαλυθεί εντός 5 λεπτών και, αφού όλοι έμειναν στη θέση τους, έδωσε διαταγή στους στρατιώτες να ανοίξουν πυρ, αδιακρίτως. Ο αριθμός των νεκρών, αν και ουδέποτε προσδιορίστηκε επισήμως, εκτιμάται ότι ξεπέρασε τις 2.000. Το συμβάν έμεινε στην ιστορία ως “Η Σφαγή της Μπανάνας”.
Ένα έτος πριν, το 1
927, είχε γεννηθεί στην Αρακατάκα της Κολομβίας ο Gabriel García Márquez. Όπως έχει πει, άκουγε τις ιστορίες της γιαγιάς του, της Doña Tranquilina Iguarán Cotes, που είχε ένα τρόπο να τις διηγείται “αντιμετωπίζοντας το εξωπραγματικό σαν κάτι εντελώς φυσικό”. Έτσι, μ' αυτό το ίδιο πνεύμα, είναι γραμμένο και το “Εκατό Χρόνια Μοναξιάς”, μια αφήγηση ενός συνεχούς περάσματος από την πραγματικότητα και το ρεαλισμό στη φαντασία και στην τρέλα. Είναι λυτρωτικό το βιβλίο αυτό, η γραφή του Μάρκες είναι ακροβατική, μεταξύ λογοτεχνίας και ποίησης, να περιγράφει με το ίδιο αγνό κι ανελέητο πάθος και την ίδια ανατριχιαστική απάθεια έρωτες και θανάτους, τον εξοντωτικό αγώνα του ανθρώπου να χαράξει τη μοίρα του και τη λιγοψυχία του απέναντι στις ίδιες του τις προκαταλήψεις, την αδράνειά του απέναντι στη λήθη και την αλήθεια, την πίστη του για την αναπόφευκτη κι αναγκαία δυστυχία των πολέμων του.

Η φυσική μ
εγαλοψυχία του αρχετύπου της μάνας, πρωτόγονα αγνής, άθικτης και φύσης άγριας, η διεστραμμένη και άτεγκτη σκληρότητα της θρησκοληψίας, όπως και, τέλος, η αυτοκαταστροφικότητα της λαγνείας και της άγνοιας του πεπρωμένου, όλα, ενσαρκωμένα από τρεις βασικές προσωπικότητες-ηρωίδες, δένουν μεταξύ τους σ' ένα κύμα, ένα τρίπτυχο που λες κι επαναλαμβάνεται σιωπηρά αιώνες τώρα, λες και όποια άλλη γενιά παρεμβλήθηκε σ' αυτούς τους τρεις σταθμούς έγινε από λάθος ή για να γεμίσει ο χρόνος μέχρι να έρθει ξανά μια νέα μάνα. Πρόκειται για την ιστορία μιας οικογένειας που “...ήταν μια μηχανή με αναπόφευκτες επαναλήψεις, ένας τροχός που θα γύριζε στην αιωνιότητα αν δεν υπήρχε η βαθμιαία και αμετάκλητη φθορά του άξονα", όπως λέει τελικά o Μάρκες.

Η ιστορία αυτή είναι, ουσιαστικά, μια στυγνή παραδοχή της μοναξιάς των ανθρώπων, που, παρά την αλληλεπίδραση και τη συμβίωσή τους, χαράσσουν τελικά μοναχικές γραμμές. O Μάρκες δεν είναι ο μόνος που το έχει πει, ούτε φυσικά ο πρώτος,
αλλά στη λογοτεχνία, εξ ορισμού, μετράει ο τρόπος που επιλέγει ο συγγραφέας να κάνει τον αναγνώστη κοινωνό των σκέψεων και των βασάνων του.

Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, για τον ίδιο δηλαδή που ο Μάρκες επιμένει να φωνάζει ότι η Σφαγή της Μπανάνας πράγματι συνέβη και δεν ήταν ένα ανάξιο λόγου περιστατικό, όπως θέλησαν να το υποβαθμίσουν οι υποκινητές του, οποιοσδήποτε αντιληφθεί την ετυμολογία της “αλήθειας”, οφείλει και να πάψει να αρκείται στον εαυτό του και να συνειδητοποιήσει ότι “Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις”, όπως, δηλαδή, ακριβώς το λέει ο Μάρκες.

Στις φωτογραφίες βλέπουμε τους ηγέτες των εργατών της United Fruit Company, το Στρατηγό Cortés Vargas, τον Márquez και το σπίτι που μεγάλωσε στην Αρακατάκα, από το οποίο εμπνεύστηκε το σπιτικό της οικογένειας Μπουενδία στο Μακόντο.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Ο φόβος

Η βία, τουλάχιστον ως μέσο και απότοκος κάθε κοινωνικής εξέγερσης, προκαλεί το φόβο. Κι αν εξαιρέσουμε διάφορες, όχι και τόσο δυσεύρετες, παθολογικές περιπτώσεις, ο φόβος γεννάται σε αμφότερες τις πλευρές του συστήματος, τόσο σ' αυτούς που μεταχειρίζονται τη βία όσο και στους αποδέκτες της. Ο φόβος, μεταξύ άλλων, είναι αυτός που οδηγεί στην οργή, η οργή στην εξέγερση, αυτή στη βία κι επομένως, μεταξύ άλλων, ξανά στο φόβο. Η λογική και φυσική αυτή ακολουθία, που είναι και μέρος πολλών άλλων μεγαλύτερων και πολυπλοκότερων, στην οποία ο καταλύτης του φόβου είναι κυρίαρχος, έχει καθορίσει και καθορίζει την ιστορία των ανθρώπων. Ακούγεται ίσως κάπως υπεραπλουστευτικό, αλλά αναρωτιέμαι αν πράγματι είναι. Μια πάλη είναι η ιστορία, με το φόβο (για το θάνατο, για την εγκατάλειψη, για την ανέχεια, για τη ντροπή) να ρυθμίζει και να υπαγορεύει αντιδράσεις, να οδηγεί σε ηρωικές εξάρσεις και πράξεις αίσχους, σε μάχες, πολέμους κι ανακωχές. Η περιγραφή της ιστορίας, χωρίς να είναι μία περιγραφή φόβου, τείνει να είναι μια περιγραφή της εξιστόρησης του φόβου.

Νομίζω, επομένως, ότι, αντίθετα, υπεραπλούστευση θα ήταν να πει κανείς ότι πρόκειται για την εξιστόρηση της ανάγκης, ή της απληστίας, ή της ματαιοδοξίας ή ό,τι άλλο. Πιο σωστό απ' αυτά θα ήταν να μιλήσουμε για την εξιστόρηση της βλακείας, αλλά ο φόβος, κοινός, ίδιος κι απαράλλαχτος σε ανθρώπους και ζώα και ψάρια και πουλιά, είναι τόσο στενά δεμένος με κάθε τι ένστικτο, μύχιο κι αρχέγονο, που η αποσιώπησή του θα ήταν δείγμα επιδερμικής κι επιπόλαιης μόνο διερεύνησης των πραγμάτων, βαθειάς άγνοιας της φύσης και της ζωής. Ανεξαρτήτως, λοιπόν, των όποιων κοπιωδών αναλύσεων και φιλοσοφικών αναζητήσεων απαιτούνται για να φτάσει κανείς, σχετικά αξιοπρεπώς, από την πλήρη αποσιώπηση του φόβου στο όποιο άλλο άκρο της διαδρομής, θα δεχθώ πως μου αρκεί ότι, πέραν των ανωτέρω, το συναίσθημα του φόβου δεν είναι απλώς χαρακτηριστικό της φύσης μας, είναι ένα από τα συστατικά της.

Και δεν ξέρω κανέναν, πλην, ξανά, των παραπάνω γνωστών παθολογι
κών περιπτώσεων, που δεν φοβάται όταν κάποιος δίπλα του κρατάει ένα πιστόλι, πόσο μάλλον όταν πυροβολεί, ακόμη και στον αέρα. Η χρήση ενός όπλου, μια πράξη βίας δηλαδή, ανεξαρτήτως πρόθεσης, προκαλεί φυσιολογικά το φόβο, όπως κι οι μπαλωθιές, ασχέτως περίστασης, είναι για να δείξουμε ότι, τάχα μου, δεν φοβόμαστε τον εχθρό. Προφανώς, για να του προκαλέσουμε φόβο.
Επίσης, ευτυχώς, δεν φαντάζομαι κάποιον που να μην αντιλαμβάνεται τον προσδιορισμό του και μέσω των εχθρών του, πραγματικών ή νοητών, ή να μην έχει ονειρευτεί βίαιες πράξεις εκδίκησης. Κανείς. Η επιθυμία της βίας, προσωπικής ή ομαδικής, είναι καθολική. Η εξιστόρηση του φόβου έχει δείξει, με πλήθος, πάντως, εξαιρέσεων, πως η βία είναι που μπολιάζει την αλλαγή, η ανακατοσούρα είναι που φέρνει την κάθαρση. Και την αδικία, επίσης. Κι ο μόνος επιπλέον φόβος που διαχωρίζει τον συνετό και τον ήρωα από τον σφαγέα, χωρίς να αποφεύγεται φυσικά η διαπλοκή των ορίων, είναι αυτός της αδικίας.

Αυτά τα κοινότυπα σκεφτόμουν προχθές στο ΙΚΕΑ, που ξαφνι
κά είδα μια έξαλλη γυναίκα να απειλεί κάποιον που την κοιτούσε με θρασύ ύφος και θρασύδειλη φάτσα ότι θα του κάνει μήνυση, επειδή είχε χτυπήσει τον άνδρα της. Μαζεύτηκε κόσμος, ήρθε ένας ένστολος της ασφάλειας του καταστήματος, χαμογελώντας εκνευριστικά στις απεγνωσμένες προστακτικές της γυναίκας "να τον συλλάβει τον αλήτη", το δε θύμα, ο σύζυγος, στεκόταν παραδίπλα σιωπηλός, κοιτάζοντας τη σκηνή με ένα βλέμμα ντροπής και αμηχανίας, κυρίως, φαντάζομαι, επειδή η γυναίκα του ήταν τόσο συγχισμένη που ουδέποτε της πέρασε από το μυαλό ότι εκείνη τη στιγμή όλο το ΙΚΕΑ μάθαινε ότι τον είχαν δείρει. Χωρίς να φταίει.

Κρίμα. Όταν κάποιος αποφασίζει ότι δεν θα μεταχειρίζεται βία, ακόμα
και όταν τη δέχεται άδικα και απρόκλητα, δεν έχει να κάνει τόσο με τη στάση που έχει απέναντι στη ζωή, όσο με το φόβο του απέναντι στη βία. Αν, όμως, αναρωτηθεί αργότερα και ψύχραιμα ο αποδέκτης της επίθεσης ποιά θα ήταν η μόνη αντίδραση που δεν θα είχε μετανιώσει, αυτή που θα ευχαριστιόταν πραγματικά και θα τον έκανε να αναλογίζεται τη σκηνή και να χαμογελά, ανεξαρτήτως φιλοσοφικών πεποιθήσεων, κοινωνικών συμπεριφορών και ποινικών ευθυνών, αυτή θα ήταν να είχε ορμήσει και να είχε σπάσει τα μούτρα του άλλου, ή έστω να προσπαθήσει, χωρίς να τον περιορίσει ο φόβος της βίας και του εξευτελισμού, όπως κι αν αυτός ορίζεται. Σ' αυτόν ακριβώς το φόβο, άλλωστε, πόνταρε κι ο θρασύδειλος, ο εχθρός, ο βλάκας, και σ' αυτό το επίπεδο έπρεπε πρώτα να νικηθεί.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

Παράπλευρες Ανακαλύψεις

Όταν σου λέει κάποιος “Λες πολλά χωρίς να λες τίποτα”, τι εννοεί; Ότι λες πολλά παρ' ό,τι δεν λες τίποτα, ή ότι δεν λες τίποτα παρ' ό,τι λες πολλά;
Ακόμα και η επεξηγηματική αυτή αντιμετάθεση των όρων της εξίσωσης (ή ανίσωσης, που μου θύμισε και μια φίλη μαθηματικός, αδίστακτοι οι μαθηματικοί στη λεξιπλασία ώρες-ώρες) δεν επαρκεί για την επίτευξη του επιθυμητού βαθμού σαφήνειας.

Η αμφισημία αυτή είναι αδυναμία ή δυνατότητα του γραπτού λόγου; Ευτυχώς, τέτοιου είδους ερωτήματα δεν επιδέχονται μιας μόνο ορθής απάντησης και για το λόγο αυτό θα θεωρήσω ότι πρόκειται περί δυνατότητας και όχι αδυναμίας. Ο γραπτός λόγος αντανακλά με μεγαλύτερη ακρίβεια τα συναισθήματα του υποκειμένου. Δίνει τη δυνατότητα -τουλάχιστον στον ικανό και ανήσυχο χειριστή- να διατυπώσει τη σκέψη του χωρίς πίεση χρόνου, να επιλέξει τις σωστές λέξεις, να επινοήσει ενδεχομένως κι άλλες, να πειραματιστεί με τη σύνταξη και τη στίξη, αλλά και του επιτρέπει, διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αυτά που έχει γράψει, να έρθει όσες φορές θέλει στη θέση του αποδέκτη του μηνύματος και να διαμορφώσει τελικά ένα κείμενο που θα συνδυάζει την ακρίβεια στην έκφραση και τη διατύπωση με την αποτελεσματικότητα στη μετάδοση της πληροφορίας.


Το “λες πολλά χωρίς να λες τίποτα”, επίσης, πέραν της παραπάνω προβληματικής ερμηνείας του, τουλάχιστον ως απομονωμένου από το τυχόν υπόλοιπο κείμενο, εκφράζει -και αντίστοιχα προκαλεί- αναλόγως αντίθετα μεταξύ τους συναισθήματα, δεδομένου ότι είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις που κάποιος εκλαμβάνει την “είσαι φλύαρος” εκδοχή ως φιλοφρόνηση, όπως και ακόμα λιγότερες αυτές που εκλαμβάνει την αντίθετη εκδοχή ως μομφή (θα πρέπει να είναι πολιτικός ή δικηγόρος και άρα ακατάλληλος ως παράδειγμα αντανάκλασης των μέσων ανθρώπινων αξιών, ενίοτε δε και κοινωνικών συμπεριφορών). Είναι, επομένως, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα έκφραση, περισσότερο ακόμα και από το γνωστό “ήξεις αφίξεις”, καθώς είναι αμφίβολο (ακόμα και στην περίπτωση της προφορικής επικοινωνίας, όπου συμμετέχει ο χρωματισμός και ο τονισμός της φωνής, οι χειρονομίες, οι κινήσεις κ.λπ.) αν είναι δυνατός ο ασφαλής αποκλεισμός του ανεπιθύμητου ενδεχομένου μεταξύ των συνομιλητών. Αν θεωρήσουμε, βέβαια, ότι είναι επιδιωκόμενος αυτός ο αποκλεισμός.

Ο λόγος, άλλωστε, ως αμφίδρομης λειτουργίας μέσο έκφρασης και συλλογιστικής, έχει, όπως και όλα τα υπόλοιπα, εγγενείς αδυναμίες, των οποίων, όμως, η διαχείριση, επομένως και η εκμετάλλευση, εξαρτάται από το χρήστη. Ή και κάποιες φορές, αν βοηθήσει κι η τύχη, από αμφότερους τους συνομιλητές.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Κρίμα το παιδί...

Νομίζω δεν υπάρχει οπαδός του Ολυμπιακού που να μη ζήλεψε τη μεταγραφή Cissé.

Θες για λόγους ουσίας, θες για λόγους εμφάνισης, ο Djibril Cissé έπρεπε να έχει έρθει στον Ολυμπιακό. Θα είχε τις προϋποθέσεις να γίνει ο αγαπημένος της εξέδρας, ο αγαπημένος του Προέδρου, ο αγαπημένος του τύπου, να γίνει κάτι σαν νέος Giovanni, τηρουμένων των αναλογιών. Όχι ότι θα ήταν εύκολο, ίσα-ίσα, αλλά αν έβαζε τα σωστά γκολ στα σωστά ματς με το σωστό τρόπο, δεν θα απείχε πολύ.

Κι όμως, η μοίρα του επεφύλαξε να πάει στο βάζελο. Φυσικά ο ίδιος δεν έχει συνειδητοποιήσει ακόμα το τεράστιο λάθος του, αλλά, ακόμα κι αν είναι τελείως χαζός, το Φεβρουάριο, που ο Ολυμπιακός θα είναι πάλι 10-11 βαθμούς μπροστά, ή το πολύ το Μάιο που θα βλέπει τα πυροτεχνήματα να σκάνε πάνω από το Καραϊσκάκη, θα καταλάβει ότι έπρεπε να το είχε ψάξει λίγο καλύτερα το θέμα. Εντάξει, τα φέρνει έτσι η ζωή και οι τραυματισμοί που, παρά την κλάση σου, παίζεις στο ελληνικό πρωτάθλημα, αλλά μην το ξεφτιλίσεις τελείως, μην κάνεις τη χειρότερη επιλογή.

Όπως δείχνουν πάντως τα πράγματα, ο Ολυμπιακός ως ομάδα δεν έχει ούτε να ζηλέψει ούτε να φοβηθεί τίποτα. Κι εγώ προσωπικά από τη στιγμή που είδα το Matt να παίζει με διάσειση στα τελευταία λεπτά του τελικού κυπέλλου με την ΑΕΚ και να βάζει το κρισιμότερο γκολ του αγώνα με κεφαλιά στο 90, είμαι σίγουρος ότι το γενικό mentalité θα εξακολουθήσει να είναι εκεί που πρέπει. Εννοείται βέβαια ότι θα έρθουν στραβά αποτελέσματα, εννοείται ότι και φέτος η γκρίνια θα είναι καθημερινή, αλλά, εκτός εξαιρετικού απροόπτου να βγάλει τη χρονιά ο Τιμούρ, ο Ολυμπιακός θα κάνει περίπατο.

Οι του Παναθηναϊκού από τη μεριά τους έχουν ήδη ξεκινήσει τις δηλώσεις και τους λεονταρισμούς στο πλαίσιο της γνωστής χαζοχαρούμενης διάθεσης που τους πιάνει κάθε καλοκαίρι και ελπίζουν ότι θα δουν τον καημένο τον Djibril να βάζει 3 γκολ στο Θρύλο και να τρέχει προς την κερκίδα φιλώντας τη φανέλα. Και καλά κάνουν, βέβαια, αυτό έλειπε να αρχίσουν να κλαίγονται από τώρα, κάθε πράγμα στον καιρό του. Και το πιο αστείο της υπόθεσης είναι ότι υπάρχει πλέον ένας νέος αέρας στους πράσινους, “γυρίσαμε σελίδα και αλλάξαμε νοοτροπία”, “δεν είμαστε αυτοί που ξέρατε”, “η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται”, “η επιστροφή των Τζεντάι”, “ο Ιντιάνα Τζόουνς και η Χαμένη Κιβωτός”, “το Κατσαριδάκι στο Μεξικό” και τέτοια.

Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Φέτος, θα το δει κι ο Djibril.